Category Archives: Αρχαία Ελληνική Ιστορία

Η μάχη του Μαραθώνα όρισε τη μοίρα του δυτικού πολιτισμού!

Οι φιλολογικές εργασίες που γράφονται απανωτά από καταρτισμένους φιλολόγους των αμερικανικών (και άλλων) πανεπιστημίων για ελληνικά θέματα δεν ερεθίζουν μόνο την περιέργεια του κοινού και δη του Ελληνικού. Read the rest of this entry

Ολυμπιάδα – Η μοναδική βασίλισσα των Μακεδόνων

Η μητέρα του Αλέξανδρου

Η Ολυμπιάδα ως ιστορική προσωπικότητα έζησε στη σκιά δύο μεγάλων ιστορικών χαρακτήρων, του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Όμως, δεν υστερούσε καθόλου σε δύναμη προσωπικότητας και η συμμετοχή ή η παρέμβασή της συνετέλεσαν σημαντικά στη διαμόρφωση πολλών ιστορικών γεγονότων της εποχής της. Ήταν η δευτερότοκη κόρη του Νεοπτόλεμου, βασιλιά των Μολοσσών της Ηπείρου, και γεννήθηκε το 373 π.Χ στην Πασσαρώνα, την πρωτεύουσα του βασιλείου.

Όταν ήταν έντεκα χρόνων, πέθανε ο πατέρας της και το θρόνο πήρε ο θείος της, Αρύββας, ο οποίος παντρεύτηκε τη μεγαλύτερη αδελφή της, Τρωάδα. Ο αδελφός της, Αλέξανδρος, ήταν τότε μόλις ενός έτους. Ήταν η εποχή που η Ήπειρος είχε απαλλαγεί από το πνεύμα της τοπικής περιχαράκωσης και βρίσκονταν σε αναγεννητική περίοδο σε όλους τους τομείς.

Η Ολυμπιάδα από τα παιδικά της χρόνια έτυχε ιδιαίτερης μόρφωσης πέρα από απλή μάθηση και γραφή. Νωρίς διακρίθηκε για το ανήσυχο και ανικανοποίητο πνεύμα της, τις μεταφυσικές της ανησυχίες και τη δίψα να μάθει περισσότερα για τα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Έμαθε τα ιερατικά μυστικά στο Μαντείο της Δωδώνης, το οποίο και υπηρέτησε για χρόνια, ενώ ήταν μυημένη και στα Βακχικά Μυστήρια. Ήταν ιέρεια των Καβειρίων Μυστηρίων της Σαμοθράκης, όπου και γνώρισε και ερωτεύτηκε τον Φίλιππο Β’.

Το όνομά της, σύμφωνα με τον ιστορικό W. Heckel, ήταν Πολυξένη όταν ήταν παιδί, Μυρτάλη όταν παντρεύτηκε, και αργότερα μετονομάστηκε Ολυμπιάδα και Στρατονίκη. Το όνομα Ολυμπιάδα της δόθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ύστερα από την νίκη του Φίλιππου στους Ολυμπιακούς αγώνες του 356 π.Χ.

Υπήρξε η νόμιμη γυναίκα του Φιλίππου και μοναδική βασίλισσα των Μακεδόνων. Έζησε μαζί του είκοσι χρόνια (375 π.Χ.-337 π.Χ.). Ο Φίλιππος, βέβαια, σύμφωνα με τα κρατούντα της εποχής, πήρε πολλές γυναίκες (Αυδάτα, Φιλίνα, Νικησίπολη, Μήδα, κ.α.) που δεν ήταν Μακεδόνισσες, εκτός της τελευταίας, της Κλεοπάτρας.

Όταν μπήκε στη Μακεδονική αυλή, βρήκε από αυτές τη Φίλιννα με το γιο της, Αριδαίο, και τη θυγατέρα της Αυδάτας, Κυνάνη. Η Ολυμπιάδα ήταν η πιο μορφωμένη από όλες όσες παντρεύτηκε ο Φίλιππος και από όλες γενικά τις Μακεδόνισσες αρχόντισσες. Εξασκούσε μια απαράμιλλη γοητεία με την ομορφιά της, τη μόρφωση και τη σοβαρότητά της. Θυσίαζε πολλά για την ακόρεστη φιλαρχία της, εκτός από τη ζωή ή τη φήμη του γιου της, Αλέξανδρου, που αγαπούσε παθολογικά.

Ο Πλούταρχος, ο οποίος έζησε πολλούς αιώνες αργότερα, τη χαρακτήριζε κακότροπη και ζηλιάρα. Επίσης, αναφέρει ότι εμφανιζόταν με εξημερωμένα φίδια. Αργότερα, λέγεται ότι η ίδια ομολόγησε στο σύζυγό της ότι ο Αλέξανδρος δεν ήταν γιος του, αλλά ότι τον είχε συλλάβει από ένα φίδι που εμφανίστηκε στον ύπνο της, το οποίο, σύμφωνα με το μύθο, ήταν ενσάρκωση του ίδιου του Δία κι ότι ο ίδιος ο Φίλιππος τη χώρισε και την έστειλε στην Ήπειρο κατηγορώντας τη για μοιχεία.

Ωστόσο, είχε πολλές αρετές, αρκετές από τις οποίες μετέδωσε στο γιο της, τον Αλέξανδρο. Στην πολυκύμαντη και ταραχώδη ζωή της συναντώνται μεγάλα προτερήματα και μεγάλα ελαττώματα. Ως αφοσιωμένη μητέρα, είχε τάξει τη ζωή της σε ένα μόνο σκοπό και τον υπηρετούσε με πάθος: πώς θα εξασφάλιζε για το γιο της τη διαδοχή του θρόνου της Μακεδονίας μέσα στη δίνη των μηχανορραφιών και δολοπλοκιών στην αυλή της Πέλλας.

Και αυτό το ανυποχώρητο πάθος της υπονοούσε ο Φίλιππος, όταν, απαντώντας στο γιο του Αλέξανδρο, που χαρακτήριζε τη μητέρα του ως τη γενναιότερη απ’ όλες τις Νηρηίδες, του είπε γελώντας: «όχι μόνο γενναιότερη, αλλά και πολεμικότερη, γιατί δε σταματάει να με καυγαδίζει».

Οι σχέσεις των δύο συζύγων έως τo 337 π.Χ., οπότε και η Μακεδόνισσα Κλεοπάτρα, ανεψιά του στρατηγού Άτταλου, ανυψώνεται ως ισότιμη και νόμιμη βασίλισσα, υπήρξαν κατά βάση αρμονικές, χωρίς να λείπουν κάποιες εκρήξεις.

Ο Φίλιππος της εμπιστευόταν τη διακυβέρνηση του κράτους, όταν απουσίαζε στις συχνές και μακρόχρονες εκστρατείες του. Η Ολυμπιάδα είχε δημιουργήσει στην αυλή δικό της κύκλο ευνοουμένων, που τους προστάτευε ακόμα και από τη στράτευσή τους και την αποστολή στα διάφορα μέτωπα.

Ήταν προικισμένη με χαρίσματα μεγάλα, πράγματι ηγεμονικά. Μετά το θάνατο του αδελφού της, Αλέξανδρου, βασιλιά των Μολοσσών, εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο και έγινε Αντιβασίλισσα και επίτροπος του ανήλικου εγγονού της, Νεοπτόλεμου Γ’.

Στην Ήπειρο, ανέπτυξε πολιτική δράση ιστορικής σημασίας. Πλάτυνε το «κοινό των Μολοσσών» με την εισδοχή νέων Ηπειρωτικών φύλων και το μετονόμασε «Οι Σύμμαχοι των Απειρωτάν», ζωντανεύοντας έτσι το κλονισμένο γόητρο της δυναστείας των Αιακιδών, κυβέρνησε δε την Ήπειρο δεκατρία ολόκληρα χρόνια έως το 317 π.Χ..

Η απροσδόκητη και θλιβερή αγγελία του θανάτου του γιου της, το 323 π.Χ., τη συνέτριψε. Δε θέλησε ποτέ να δεχτεί πως ο Αλέξανδρος πέθανε από φυσιολογικό θάνατο και θρηνούσε ακόμα που μάθαινε ότι έμενε άταφος στη Βαβυλώνα επί δύο χρόνια, εξαιτίας των άγριων αγώνων διαδοχής των στρατηγών του.

Η οργή της μεγάλωσε, όταν ο Μακεδονικός στρατός της Ασίας αναγόρευσε βασιλιά τον διανοητικά καθυστερημένο γιο του Φιλίππου – από τη Φίλιννα – ως Φίλιππο Αριδαίο, τον οποίο παντρεύτηκε η φιλόδοξη κόρη της Κυνάνης, Ανταία-Ευρυδίκη, για να εξυπηρετήσει τους φιλόδοξους σκοπούς της.

Πηγή ellinikoarxeio.com

Οι Μυρμιδόνες της αρχαίας Φθιώτιδας

Οι στρατιώτες του Αχιλλέα

Η ευρύτερη περιοχή της αρχαίας Φθίας [η σημερινή ανατολική Φθιώτιδα] φιλοξενούσε, σύμφωνα με τον Όμηρο, τον περίφημο πολεμικό λαό των Μυρμιδόνων και αποτελούσε πατρίδα του Αχιλλέα, γιου του Πηλέα και της Θέτιδας.

Ο ημίθεος Αχιλλέας και οι Μυρμιδόνες του πήραν μέρος στον Τρωικό Πόλεμο και διέπρεψαν με τα στρατιωτικά ανδραγαθήματά τους και τον απαράμιλλο ηρωισμό τους στη μάχη.

Ο Μυρμιδών ήταν γιoς του Δία και της Ευριμέδουσας. Οι απογονoί του οι Αιγινίτες μετανάστευσαν κάποτε στην Θεσσαλική Φθιώτιδα. Έλαβαν μέρος στον εμφύλιο πόλεμο της Τροίας με αρχηγό τον Αχιλλέα.

Σύμφωνα με μια παλαιότερη παράδοση όταν έπεσε λοιμός στην Αίγινα, ο Αίακος παρακάλεσε το Δία να μεταμορφωθούν οι κάτοικοι του χωριού σε μυρμήγκια για να έχουν ελάχιστη ανάγκη σε φαγητό.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση ο Δίας μεταμορφώθηκε σε μυρμήγκι για να αποπλανήσει την Ευρυμέδουσα.

Ο Αχιλλέας, ήταν γιος του Πηλέα, βασιλιά των Μυρμιδόνων, και της Θέτιδας. Οι μάντεις είχαν προφητέψει πως αν ο Αχιλλέας έπαιρνε μέρος στην εκστρατεία της Τροίας θα δοξαζόταν πολύ αλλά θα πέθαινε. Αν έμενε στην πατρίδα του θα ζούσε πολλά χρόνια εκεί αλλά χωρίς δόξα.Η Θέτις για να γλιτώσει το γιο της τον έντυσε με ρούχα γυναικεία του έδωσε το κοριτσίστικο όνομα Πύρρα, που σημαίνει πυρόξανθη και τον έστειλε στο Λυκομήδη, το Βασιλιά της Σκύρου, να ζήσει εκεί με τα κορίτσια του. Αγάπησε τη βασιλοπούλα Διηδάμεια και απέκτησαν ένα γιο τον Νεοπτόλεμο.

Υπήρχε όμως και μια άλλη προφητεία. Ο μάντης Κάλχας φανέρωσε στους Έλληνες ότι δεν θα κυριευόταν ποτέ η Τροία χωρίς τον Αχιλλέα. Ο Οδυσσέας ανέλαβε να τον βρει και μεταμφιεσμένος λοιπόν σε έμπορο, με όπλα ανάμεσα στις πραμάτειες του έφτασε στην αυλή του βασιλιά Λυκομήδη. Και ενώ τα κορίτσια, οι βασιλοπούλες, άρχισαν να κοιτάζουν με περιέργεια τα γυναικεία ρούχα, ο Αχιλλέας με την πρώτη ματιά ρίχτηκε στα όπλα.

Με αυτόν τον τρόπο τον ανακάλυψε ο Οδυσσέας και τον οδήγησε στην Τροία. Αναχώρησαν από ένα μικρό λιμάνι της Σκύρου που ονομάζεται μέχρι τις μέρες μας Αχίλλι.

Πηγή ellinikoarxeio.com

Πρωτεσίλαος – Ο πρώτος πεσών Έλληνας στα χώματα της Τροίας

Στον Τρωικό Κύκλο της Ελληνικής Μυθολογίας ο Πρωτεσίλαος αναφέρεται ως βασιλιάς της Θεσσαλίας, γιος του Ιφίκλου και της Αστυόχης.Το βασίλειο ( Φθιώτις Αχαΐα), του Πρωτεσίλαου εντοπίζεται στα όρια της σημερινής επαρχίας του Αλμυρού.

Ο Πρωτεσίλαος μνημονεύεται ως ένας από τους μνηστήρες της Ωραίας Ελένης και ως τέτοιος έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Τροίας με 40 πλοία επικεφαλής των Θεσσαλών των πόλεων Φυλάκης, Ανδρώνας Πυράσου και Πτελεού.Σύμφωνα με άλλες παραδόσεις, είχε συμμετάσχει και στην πρώτη εκστρατεία των Ελλήνων, στη Μυσία.

Αφήνοντας πίσω τους το νησί Τένεδος, οι Αχαιοί έφτασαν επιτέλους στο ακρογιάλι της Τροίας. Η Τροία, γνωστή ως Ίλιον, ήταν ένα μέρος φονικότατων μαχών, το οποίο προστάτευε ο θεός Απόλλωνας με το ασημένιο του τόξο. Είχε πάρει το όνομά της από τον Ίλο, γιο του Τρώα, ο οποίος είχε κτίσει τα απόρθητα κάστρα που το περιέβαλλαν. Υπήρξε ο πρώτος που σκοτώθηκε στον Τρωικό Πόλεμο από την πλευρά των πολιορκητών.

Λέγεται μάλιστα ότι είχε δοθεί χρησμός ότι ο πρώτος που θα έβγαινε από τα πλοία κατά την άφιξη του στόλου στην Τροία θα σκοτωνόταν και ο Πρωτεσίλαος δέχθηκε να βγει αυτός πρώτος γνωρίζοντας τον συγκεκριμένο χρησμό. Μάλιστα κατά τη μεταγενέστερη παράδοση το αρχικό του όνομα ήταν Ιόλαος και για την «ακραία» του αυτή προθυμία μετονομάσθηκε σε «Πρωτεσίλαο».

Όταν λοιπόν έφτασαν στα παράλια,κανείς τους, όμως, δεν τολμούσε να αποβιβαστεί και να πατήσει το πόδι του στην τρωική γη, γιατί όλοι τους ήξεραν την προφητεία της Θέτιδας ότι ο πρώτος Αχαιός που θα πατούσε τη γη της Τροίας θα πέθαινε αμέσως. Ο Οδυσσέας, πολυμήχανος όπως πάντα, πέταξε την ασπίδα του και μετά πήδηξε πάνω της, επιτυγχάνοντας να μην πατήσει στο τρωικό χώμα. Ξεθαρρεύοντας, ο αρχηγός των Θεσσαλών, Πρωτεσίλαος, πήδηξε δεύτερος, νομίζοντας ότι ο χρησμός θα επαληθευόταν με το θάνατο του Οδυσσέα. Τρίτος ακολούθησε ο Αχιλλέας και μετά οι υπόλοιποι.

Ο Πρωτεσίλαος πολέμησε γενναία και σκότωσε αρκετούς από τους Τρώες που είχαν μαζευτεί για να δυσκολέψουν τους Αχαιούς κατά την αποβίβαση. Λίγο αργότερα, όμως, έπεσε νεκρός από το χέρι του Έκτορα, για να επαληθευτεί ο χρησμός που σωστά είχε ερμηνεύσει ο Οδυσσέας.

Ο θάνατος του Πρωτεσίλαου, γιου του Ίφικλου, βασιλιά της Φυλακής της Θεσσαλίας, λύπησε πολύ τους Αχαιούς, γιατί ήταν σ’ όλους γνωστό πως ο Πρωτεσίλαος έφυγε για την Τροία την επόμενη μέρα του γάμου του με τη Λαοδάμεια, κόρη του Άκαστου.

Πριν από την αναχώρησή του από την Ελλάδα, ο Πρωτεσίλαος είχε πάρει ως σύζυγό του τη Λαοδάμεια (στα «Κύπρια έπη» ως σύζυγός του μνημονεύεται η Πολυδώρα, κόρη του Μελεάγρου). Οι θεοί λυπήθηκαν τη Λαοδάμεια για τη χηρεία της και τον έφεραν πίσω από τον Άδη για να τον δει. Εκείνη χάρηκε πάρα πολύ, νομίζοντας ότι ο Πρωτεσίλαος είχε επιστρέψει από την Τροία, αλλά όταν οι θεοί τον πήγαν πάλι στον Κάτω Κόσμο, ήταν απαρηγόρητη.

Παράγγειλε και της έφτιαξαν ένα μπρούτζινο άγαλμά του, και αφοσιώθηκε σε αυτό. Ο πατέρας της ανησύχησε με τη συμπεριφορά της και διέταξε την καταστροφή του αγάλματος, αλλά τότε η Λαοδάμεια έπεσε στη φωτιά και κάηκε μαζί με το άγαλμα.

Μετά τον θάνατό του, ο Πρωτεσίλαος λατρευόταν ως ήρωας στον Ελεούντα της Χερσονήσου (Θράκη), όπου βρισκόταν και ο «τάφος» του, του οποίου τα αφιερώματα λεηλατήθηκαν κατά τους περσικούς πολέμους (5ος αι. π.Χ.), αλλά οι Έλληνες τελικώς συνέλαβαν και εξετέλεσαν τον σατράπη που τα λεηλάτησε και επέστρεψαν τον θησαυρό στη θέση του.

Ο τάφος αναφέρεται μετά όταν πέρασε από εκεί ο Μέγας Αλέξανδρος στην αρχή της εκστρατείας του κατά των Περσών, οπότε και προσέφερε θυσία πάνω στον τάφο ελπίζοντας να αποφύγει τη μοίρα του Πρωτεσιλάου όταν θα πρωτοπατούσε το πόδι του στην Ασία.

Ο Φιλόστρατος το περιγράφει στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα, γράφοντας ότι υπήρχε εκεί ένα άγαλμα του Πρωτεσιλάου «ιστάμενο σε βάση παρόμοια με την πλώρη πλοίου». Αναφέρονται και νομίσματα του Ελεούντα από τη ρωμαϊκή εποχή με παρόμοια αναπαράσταση.

Η Ιστορία της υπόγειας πόλης της Μαλακοπής (Derinkuyu) στην Καππαδοκία

Το 1963 ένας κάτοικος του χωριού Μαλακοπή (Derinkuyu στα Τουρκικά, που σημαίνει Βαθύ Πηγάδι) στη περιοχή της Καππαδοκίας, γκρεμίζοντας ένα τοίχο στο σπίτι του που ήταν -όπως όλα της περιοχής- σκαμμένο στο βράχο, ανακάλυψε έκπληκτος, ότι πίσω από τον βράχο υπήρχε ένα μυστηριώδες δωμάτιο το οποίο δεν είχε ξαναδεί. Αυτό το δωμάτιο τον οδήγησε σ’ ένα άλλο και μετά σε άλλο και ούτω καθ’ εξής.

Οι αρχαιολόγοι άρχισαν να μελετούν την υπόγεια πόλη και έφτασαν στα 40 μ. βάθος. Τελικά ανακαλύφθηκαν 11 επίπεδα εκ των οποίων μόνο στα οκτώ πρώτα είναι δυνατή η επίσκεψη, κάτι που ξεκίνησε το 1969. Στα υπόλοιπα γίνονται ακόμα μελέτες και ανασκαφές, από τους αρχαιολόγους.

Αρχικά κτίστηκε από τους Φρύγες, μεταξύ 8ου και 7ου αιώνα π.Χ. σύμφωνα με το τουρκικό τμήμα πολιτισμού και μετά διευρύνθηκε κατά τη βυζαντινή εποχή. Πιθανόν όμως αυτό να έγινε και από τους Χιττίτες ακόμα παλαιότερα όπως το 1.400 π.Χ. Η αρχαιότερη γνωστή πηγή είναι ο Ξενοφών ο οποίος αναφέρει στο έργο του ‘Ανάβασις’ ότι οι τρωγλοδύτες κάτοικοι της Ανατολίας έσκαβαν υπόγεια τα σπίτια τους με την άνεση να χωρούν ολόκληρη οικογένεια, με οικόσιτα ζώα και αποθήκες τροφίμων.

Η υπόγεια πόλη στο σημερινό Derinkuyu έχει όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που υπάρχουν και στις άλλες υπόγειες πόλεις- συγκροτήματα της ευρύτερης περιοχής της Καπαδοκίας όπως: εργαστήρια κρασιού και ελαίου, στάβλους, κελάρια, δωμάτια αποθήκευσης, τραπεζαρίες και παρεκκλήσια. Μοναδικό στοιχείο στο συγκρότημα του Derinkuyu, το οποίο βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο, είναι ένα ευρύχωρο δωμάτιο με μια θολωτή οροφή.

Έχει αναφερθεί ότι αυτό το δωμάτιο χρησιμοποιήθηκε ως Θρησκευτική Σχολή ενώ τα δωμάτια στο αριστερό του μέρος προοριζόταν για μελέτη. Μεταξύ των τρίτου και τέταρτου επιπέδου υπάρχει μια κάθετη σκάλα. Αυτό το πέρασμα οδηγεί σε μια σταυροειδή εκκλησία στο χαμηλότερο επίπεδο. Η 55μ. κυλινδρική στήλη εξαερισμού, εμφανίζεται να χρησιμοποιείται ως φρεάτιο. Η κυλινδρική στήλη παρείχε επίσης το νερό για να πλένονται οι διαμένοντες, όταν ο εξωτερικός κόσμος δεν τους ήταν προσιτός.

Την πόλη μπορούσαν να την σφραγίσουν από μέσα με μεγάλες πέτρινες πόρτες. Διέθετε επίσης αποθήκες, πηγές και φρεάτια εξαερισμού που έφταναν μέχρι 30 μ. βάθος, έτσι καθιστούσαν δυνατή τη μακροχρόνια παραμονή σ’ αυτές. Η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή (Melegubu ή Derinkuyu) είναι η μεγαλύτερη που έχει ανασκαφθεί στην Τουρκία.

Το συγκρότημα έχει συνολικά 11 επίπεδα, αν και πολλά από αυτά δεν έχουν ανασκαφεί. Καλύπτει μια έκταση 2.000 τετραγωνικών ποδών, η οποία πιθανόν να φτάνει τα 7.000 τετραγωνικά πόδια (650 τετρ. μέτρα). Κάθε επίπεδο θα μπορούσε να κλείσει ανεξάρτητα από τα άλλα. Η πόλη είναι συνδεδεμένη με άλλες υπόγειες πόλεις με σήραγγες πολλών χιλιομέτρων.

Μια από τις βαριές πέτρινες πόρτες, οι οποίες απομόνωναν το υπόγειο συγκρότημα από τον έξω κόσμο. Αυτές έχουν ένα ύψος 1-1.5 μ, 30-50 εκατ. στο πλάτος και ζυγίζουν 200-500 κιλά. Η τρύπα στο κέντρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ανοιγοκλείνει η πόρτα-μυλόπετρα, ή για να βλέπουν ποιός είναι στην άλλη πλευρά. Πολλές παγίδες είχαν σχεδιαστεί για να παραπλανήσουν, να απομονώσουν και να φυλακίσουν τους εισβολείς οι οποίοι εάν έπεφταν μέσα ήταν καταδικασμένοι σε αργό και μαρτυρικό θάνατο.

Οι επιτιθέμενοι, γνωρίζοντας τις παγίδες που περιμένουν αυτούς που εισβάλλουν, συνήθως προσπαθούσαν να κάνουν τον τοπικό πληθυσμό να αφήσει τα καταφύγιά του, με τη δηλητηρίαση των φρεατίων. Οι κατασκευαστές όμως είχαν προβλέψει και αυτόν τον κίνδυνο και είχαν ανοίξει πηγάδια τα οποία ποτέ δεν έφθαναν στο επίπεδο της επιφάνειας της γης.

Η υπόγεια πόλη στη Μαλακοπή χρησιμοποιείτο για να κρύβονται και οι πρώτοι Χριστιανοί, που κατόρθωναν να ξεφύγουν από τη δίωξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όλα τα ευρήματα των ανασκαφών, σε αυτές τις υπόγειες κατασκευές ανήκουν στη μέσο βυζαντινή περίοδο, δηλαδή μεταξύ του 5ου και του 10ου αιώνα μ.Χ.

Οι υπόγειες κατασκευές, χρησιμοποιούνται γενικά ως καταφύγιο και για θρησκευτικούς λόγους, οι διαμάχες γύρω από τους οποίους αυξάνονται κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Οι Ελληνόφωνες χριστιανικές κοινότητες της περιοχής προστατεύονταν κλείνοντας τις πόρτες των καταφυγίων, για να αποφύγουν τις αραβικές επιδρομές του χαλιφάτου Umayad που άρχισαν τον 7ο αιώνα και των Αβασιδών αργότερα.

Οι υπόγειες πόλεις στη Καππαδοκία είναι πάρα πολλές (τουλάχιστον 200 με δύο επίπεδα και 40 με τρία και πάνω) και έχουν κοινά χαρακτηριστικά γνωρίσματα όπως δωμάτια για την αποθήκευση τροφίμων, κουζίνες, στάβλους, εργαστήρια κρασιού ή ελαίου και αγωγούς για τον εξαερισμό. Η υπόγεια πόλη της Μαλακοπής, με τα ένδεκα επίπεδα και το μεγάλο βάθος της των 85 μέτρων, ήταν αρκετά μεγάλη για να προστατεύσει από 3 έως και 50 χιλιάδες ανθρώπων, μαζί με το ζωικό τους κεφάλαιο.

Ήλιος της Βεργίνας – Η Ιστορία του αρχαίου Ελληνικού συμβόλου

4000 χρόνια πριν: Αυτή είναι η στιγμή όπου οι αρχαίοι Έλληνες, άρχισαν πρώτοι να χρησιμοποιούν αυτό το σύμβολο του Ηλίου. To σύμβολο δεν είχε τυποποιηθεί ακόμα με την πρώιμη μορφή του.

Ο Ήλιος της Βεργίνας (αλλιώς «Αστέρι της Βεργίνας«) είναι ένα σύμβολο που χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τους Αρχαίους Έλληνες. Αν και ο Ήλιος της Βεργίνας είναι ένα σύμβολο Πανελλήνιο, έγινε διάσημος λόγω των Μακεδόνων, οι οποίοι το χρησιμοποιούν ως σύμβολο της δυναστείας Αργεαδών στο Βασίλειο της Μακεδονίας. Ο τυπικός Ήλιος της Βεργίνας, αποτελείται από 16 ακτίνες. Μπορούμε επίσης να τον δούμε και με 12 ή ακόμα και 8 ακτίνες του Ήλιου.

Ο Ήλιος με τις δεκαέξι ακτίνες αντιπροσωπεύει τα εξής: Οι 4 ακτίνες αντιπροσωπεύουν τα 4 στοιχεία της φύσης, ΓΗ – ΘΑΛΑΣΣΑ – ΦΩΤΙΑ – ΑΕΡΑΣ και οι υπόλοιπες 12 ακτίνες αντιπροσωπεύουν τους 12 Θεούς του Ολύμπου.

Το αστέρι της Βεργίνας στο Βασιλικό τάφο του Φιλίππου Β’. (Μουσείο Βεργίνας)

Ο Ήλιος της Βεργίνας, κατά κυριότητα συμβολίζει κάτι το παρθένο. Γι’ αυτό και συνήθως βλέπουμε το Αρχαίο αυτό Ελληνικό σύμβολο, στην παρθένο Θεά Αθηνά. Αλλά και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, μπορεί να ταυτοποιηθεί και με τον Θεό Απόλλωνα.

Ο Ήλιος της Βεργίνας αποτέλεσε ένα κοινό σύμβολο της Αρχαίας Ελλάδας και το βρίσκουμε σε κέρματα, αγγεία, τοιχογραφίες και αγάλματα, πολύ πριν το Μακεδονικό βασίλειο και την δυναστεία των Αργεάδων.

Δεκαεξάστεροι και Οχτάστεροι Ήλιοι παρουσιάζονται συχνά σε Μακεδονικά και Ελληνιστικά νομίσματα και ασπίδες της Περιόδου. Επίσης υπάρχει και αριθμός απεικονίσεων Αθηναίων Οπλιτών να φέρουν ένα πανομοιότυπο δεκαεξάκτινο σύμβολο στη πανοπλία τους, από τον -6ο αιώνα ,καθώς και σε νομίσματα, από τη νησιωτική μέχρι την ηπειρωτική Ελλάδα, όπως στη Κέρκυρα, εύρημα -5ου αιώνα, Λοκρίδα, -4ο αιώνα. Μετά την ένωση των Ελλήνων υπό την αρχηγεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Ήλιος της Βεργίνας αποτέλεσε το κύριο σύμβολο της Ελληνικής εθνογέννεσης.

Άγαλμα του Ολυμπίου Διός

Το άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν από τα μεγαλύτερα μνημεία του αρχαίου κόσμου και ανήκει σε ένα από τα 7 θαύματα. Χρονολογείται γύρω στο 430 π.χ. και φιλοτεχνήθηκε από τον διάσημο γλύπτη της εποχής Φειδία. Τοποθετήθηκε έξω από τον Ναό του Δία στην Ολυμπία που είναι στα δυτικά της Πελοποννήσου.

Η κατασκευή του έργου διήρκεσε δύο Ολυμπιακές περιόδους, δηλαδή οκτώ χρόνια. Η τεχνική του Φειδία βασιζόταν ουσιαστικά σε ξύλο. Το σώμα των αγαλμάτων του ήταν ξύλινο και το εμποτιζόταν από ένα ειδικό υγρό για να μην αποξηρανθεί. Το ξύλο ήταν ντυμένο με στρώματα χρυσού και πλάκες ελεφαντοστού. Τα μάτια ήταν από πολύτιμους λίθους. Ο μανδύας από χρυσό.

Το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι του ήταν από πράσινο σμάλτο. Ο καθήμενος Δίας ξεχώριζε μέσα στον ναό επάνω σε τρία σκαλιά και σύμφωνα με εκτιμήσεις έφτανε τα 12 μέτρα σε ύψος. «Ήταν σαν να ύψωνε ο Δίας το ανάστημα του» γράφει σε μια αναφορά του ο Έλληνας γεωγράφος Στράβωνας τον 1ο αιώνα π.Χ..

Το άγαλμα ήταν περιτριγυρισμένο από τριανταέξι ψηλές κολώνες από γρανίτη. Στο αέτωμα βρίσκονταν τεράστιες περίτεχνες αναπαραστάσεις με εικοσιένα αγάλματα, ανάμεσά τους αυτά του Οινόμαχου και του Πέλοπα. Ο Δίας καθόταν σε έναν θρόνο που ήταν κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο, χρυσό, έβενο και άλλες πολύτιμες πέτρες.

Στο δεξί του χέρι ο Δίας κρατούσε ένα μικρό άγαλμα της θεάς Νίκης και στο αριστερό του ένα δεμάτι με κεραυνούς, που ήταν το σήμα κατατεθέν του θεού. Παντού γύρω του βρίσκονταν πλήθος από αγάλματα που παρίσταναν άλλες μεγαλοπρεπείς σκηνές.

Στα πόδια του ήταν δύο σφίγγες με έφηβους άνδρες. Πιο πίσω οι τρεις Χάριτες. Οι άθλοι του Ηρακλή, η μάχη του Θησέα με τις Αμαζόνες και η οικογένεια της Νιόβης. Δύο καθιστά λιοντάρια φύλαγαν τον Δία. Στα πλαϊνά βρίσκονταν μετάλλινες πλάκες με χαραγμένες παραστάσεις της αναδυόμενης Αφροδίτης, το πολεμικό άρμα του Ήλιου, και το άρμα της Σελήνης.

Η σκεπή πάνω από το άγαλμα ήταν ανοικτή για να μπαίνει άπλετο φως. Επισκέπτες όπως ο Αιμίλιος Παύλος, νικητής επί των Μακεδόνων, έμεινε έκπληκτος από την μεγαλοπρέπεια του αγάλματος και από την τελειότητά του.

Φανταστική απεικόνιση του Αγάλματος του Ολυμπίου Διός

O Ναός του Δία κτίστηκε το 470 π.χ. και το άγαλμα του Δία έγινε ξεκουστό στην εποχή του, πλήθος ανθρώπων το επισκέπτοταν για να το δουν. Επί αιώνες ήτανε ένα από τα θεάματα που κάθε θνητός έπρεπε να το δει πριν πεθάνει.

Το Χρυσελεφάντιο άγαλμα επισκευάστηκε από τον γλύπτη Δαμοφώντα το Μεσσήνιο κατά το 2ο αιώμα π.χ. επειδή είχε ρωγμές. Την εποχή του Ιουλίου Καίσαρα το χτύπησε κεραυνός χωρίς να του κάνει σοβαρές ζημιές. Ο Καλιγούλας είχε διατάξει την μεταφόρα στην ρώμη για να του αλλάξουν το πρόσωπο δίνοντας την μορφή αυτοκράτορα, όμως δεν έγινε γιάτι το καράβι που περίμενε στο λιμάνι το χτύπησε και κεραυνός και κάηκε.

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή ο Θεοδόσιος το 390 μ.Χ. το μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη, όπου καταστράφηκε από φωτιά το 416 μ.Χ. Ο ναός λεηλατήθηκε από τους Γότθους, και τα υπολείμματά του γίνανε χριστιανικός ναός μέχρι που γκρεμίστηκε από έναν σεισμό. Το 408 μ.Χ. την εποχή του Θεοδοσίου ο Ναός πυρπολήθηκε, και το άγαλμα καταστράφηκε ή κατατεμαχίστηκε και λεηλατήθηκε. Αργότερα τα ερείπια σκεπάστηκαν από την κοίτη του ποταμού Αλφειού. Το 1875 μια γερμανική αποστολή έκανε αρχαιολογικές ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια, κάτω από τέσσερα μέτρα χώμα.

Οι Ενετοί στη Θεσσαλονίκη και οι λεηλασίες τους

Οι Ενετοί στη Θεσσαλονίκη και οι λεηλασίες τους

O Κωνσταντίνος Δ. Mέρτζος, στο βιβλίο του «Μνημεία Μακεδονικής Ιστορίας», παρουσιάζει την αλληλογραφία του Ενετικού προξενείου Θεσσαλονίκης και μας παρέχει μία ανάγλυφη εικόνα των καταστάσεων που επικρατούσαν στην πόλη αλλά και στην υπόλοιπη Μακεδονία, του 18ου αιώνα.

Την 21ην Οκτωβρίου 1739, ανέλαβε το Ενετικό προξενείο της Θεσσαλονίκης ο κ. Maffio Ferro. Στις αναφορές του βρίσκουμε καταγεγραμμένες πολλές περιπτώσεις άξιες αναφοράς …

1741 Μαϊου 25

«Ο καπετάν Bertagna φόρτωσε στο πλοίο του 120 μεγάλες πέτρες, βγαλμένες από ένα γειτονικό βουνό. Τις αποστέλλει ο Άγγλος Lee στη Βενετία. Πληροφορήθηκα ότι ο Bertagna εισέπραξε ως ναύλο για αυτή τη μεταφορά 500 πιάστρες και επειδή γνωρίζω ότι αυτό το εμπόριο διεξάγεται δια μεθόδων ύποπτων και παρατύπων και υπάρχει φόβος να αισθανθεί κάποιος αργότερα τις συνέπειες, ειδοποίησα τον Bertagna εξ ονόματος της Εξοχότητάς σας, ότι θα απαγορεύσω την αναχώρησή του, αν δεν ακολουθήσει τις συνηθισμένες διατυπώσεις τις εξαγωγής, όπως γίνεται με όλα τα προϊόντα. Δηλαδή το πέρασμα από το τελωνείο, την πληρωμή του κανονικού φόρου και την έκδοση του «τεσκερέ» (βεβαίωση πληρωμής φόρων).

Επειδή ο καπετάν Bertagna ακολούθησε τις οδηγίες μου, του έδωσα την άδεια να παραλάβει τις συγκεκριμένες πέτρες.

Το εμπόριο όμως αυτό διεξάγεται παρανόμως και γι`αυτό συνιστάται:

Μέσα στην πόλη (Θεσσαλονίκη) και έξω από αυτήν, υπάρχουν πολλά αρχαία λείψανα. Δηλαδή κολώνες, αγάλματα και άλλες πέτρες αξίας, σαν αυτές τις 120 που φορτώθηκαν στο πλοίο και που στον «τεσκερέν» δηλώνονται απλώς «ως λευκές πέτρες». Οι Φράγκοι κάθε εθνότητας που μένουν εδώ, ασχολούνται από παλιά και ασχολούνται και τώρα με το εμπόριο και την εξαγωγή αρχαιοτήτων. Τα αφαιρούν τη νύχτα από τα μέρη που βρίσκονται χωρίς να ενδιαφέρονται αν προξενούν καταστροφές, μερικές φορές γκρεμίζουν και τα κτίρια και τους τάφους των κοιμητηρίων των Τούρκων, για να αφαιρέσουν τις υπάρχουσες εκεί αρχαιότητες.

Έπειτα, τα φορτώνουν κρυφά στα καράβια ενώ μερικές φορές ναυλώνουν επίτηδες ολόκληρα πλοία για την μεταφορά των αρχαίων θησαυρών, πληρώνοντας υψηλό ναύλο για να στείλουν τους θησαυρούς στα μέρη της Χριστιανοσύνης.

Έως τώρα έχουν εξαγάγει μία καταπληκτική ποσότητα αρχαίων θησαυρών και έχουν αποκομίσει πλούσια κέρδη. Όταν όμως οι Τούρκοι αντιληφθούν μια μέρα το τι γίνεται, πράγμα που είναι αδύνατον να μην συμβεί, όλοι αυτοί θα πληρώσουν και με το παραπάνω τις παρανομίες τους.

To έμβλημα της Ενετικής περιόδου στην Ελλάδα. Ο λέων της Βενετίας

Ακόμα και ο αποθανών υποπρόξενος Caldana όχι μόνο ήταν αναμεμιγμένος σε τέτοιου είδους εμπόριο, αλλά ανεχόταν και την ανάμιξη των υπηκόων μας. Ακολουθώντας μάλιστα το παράδειγμα των άλλων εθνοτήτων, έστελνε τους υπηκόους μας, νύχτα, να αφαιρούν τις αρχαίες πέτρες και τις κολώνες από τους δρόμους και να τις φορτώνουν στα πλοία. Μπορεί κάποιος να πει ότι επί εποχής του υποπρόξενου Caldana, οι Ενετοί υπήκοοι, δεν έκαναν άλλη εργασία εκτός από αυτήν.

Η πρώτη μου φροντίδα μόλις ανέλαβα το προξενείο, ήταν να τους αποτρέψω από ένα τόσο επικίνδυνο εμπόριο και συνεννοήθηκα με τους πρόξενους της Γαλλίας και της Αγγλίας, ώστε να απαγορέψουν στα πλοία τους να φορτώνουν αρχαιότητες. Ακόμα απείλησα τους υπηκόους μας ότι αν συνεχίσουν την εργασία αυτή, θα τους στείλω δέσμιους στην Εξοχότητά σας. Παρ` όλα αυτά, δεν διέκοψαν το λαθρεμπόριο αυτό, αλλά το κάνουν πολύ κρυφά.

Για παράδειγμα, το προηγούμενο έτος, ο Pedretti φόρτωσε στο πλοίο του αρκετά θραύσματα κολώνων… Τον επέπληξα και τον απείλησα και μου υποσχέθηκε ότι δεν θα αναμιχθεί άλλο με τέτοιου είδους μεταφορές… Το ίδιο μου λένε τώρα και για τον Berdagna, ότι εκτός από τα 120 κομμάτια, έκρυψε στο πλοίο του και 5 ολόκληρες κολώνες. Καλό είναι να ειδοποιηθούν οι αρχές της Βενετίας ώστε να ερευνήσουν το πλοίο κατά την άφιξή του εκεί…

Και παρακάτω βρίσκουμε το Δηλωτικόν εξαχθέντων εις Βενετίαν εμπορευμάτων

Φόρτωσαν οι κύριοι Horsuwel & Lee εις παραλαβήν των Bonomo Malgarotti & Co και Ισαάκ Treves, δέματα 454 βαμβάκι, 3 δέματα σφουγγάρια, 44 δέματα καπνά, 46 δέρματα και 120 πέτρες μαρμάρινες (οι αρχαιότητες αυτές εκτιμήθηκαν εις το τελωνείο, 500 πιάστρες!)

Σημ. Ένα μεσαίου μεγέθους πλοίο της εποχής στοίχιζε περί τις 250 πιάστρες…

Η Αθήνα μετά τη δύση του αρχαίου κόσμου

Η Αθήνα μετά τη δύση του αρχαίου κόσμου

Η μεταβατική περίοδος

Ο Δ’ αιώνας μ.Χ. βρήκε την Αθήνα σε μια μεταβατική περίοδο από την αρχαία στη χριστιανική θρησκεία. Το τελικό όμως πλήγμα εναντίον τής ειδωλολατρίας το έδωσε ο Θεοδόσιος ο Α’ (379 – 395) παρά το γεγονός ότι οι φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας είχαν εξακολουθήσει να λειτουργούν δυο ακόμη αιώνες.

Νέες βαρβαρικές επιδρομές. Κατά τον ίδιο αιώνα (Δ’ μ.Χ.) σημειώθηκαν νέες βαρβαρικές επιδρομές. Από αυτές η σοβαρότερη ήταν η επιδρομή του βασιλιά των Βησιγότθων Αλάριχου (395). Ο Αλάριχος ωστόσο σεβάστηκε την Αθήνα.

Το 529 ένα σημαντικό γεγονός επιτάχυνε την παρακμή της πόλης: ο Ιουστινιανός ο Α’ έκλεισε τις φιλοσοφικές της σχολές. Έτσι η Αθήνα έγινε μια χωρίς ιδιαίτερη σημασία επαρχιακή πόλη. Η πόλη όμως αυτή δεν έπαψε να προκαλεί τη βουλιμία των βαρβάρων επιδρομέων, και κυρίως των Σλάβων.

Παρά τις προσπάθειές τους, οι Σλάβοι δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν πέρα από τη Βοιωτία και έτσι η Αθήνα μπόρεσε να διασώσει τα αρχαία μνημεία της, που τα περισσότερά τους είχαν μετατραπεί ήδη σε χριστιανικούς ναούς.

Επιδρομές των Βουλγάρων

Δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία για την περίοδο από τον Θ’ έως τον ΙΑ’ αιώνα της αθηναϊκής ιστορίας. Το 995 οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Αττική, αλλά δεν επιχείρησαν να καταλάβουν την πόλη. Μετά τη διάλυση του βουλγαρικού κράτους από το Βασίλειο Β’ το Βουλγαροκτόνο, ο Βυζαντινός εκείνος αυτοκράτορας ήρθε στην Αθήνα και προσευχήθηκε στην Παναγία την Αθηνιώτισσα, τον άλλοτε Παρθενώνα, ευχαριστώντας την για τη νίκη του (1018).
Τη σχετική σκηνή την έχει αποθανατίσει ο ποιητής Κωστής Παλαμάς στο μακρόπνοο ποίημά του «Η φλογέρα του Βασιλιά» (1910).

Πολλοί ιστορικοί, ανάμεσα στους οποίους και ο καθηγητής Σπυρίδων Λάμπρος, υποστηρίζουν ότι τον ΙΑ’ αιώνα οι Νορμανδοί κατέλαβαν την πόλη, αλλά δεν υπάρχουν γι’αυτό πειστικές αποδείξεις. Το 1204 ο άρχοντας του Ναυπλίου Λέων ο Σγουρός φιλοδόξησε να συγκροτήσει δικό του κράτος και θέλησε να κυριέψει την Αθήνα. Εκεί όμως τον αντιμετώπισε με επιτυχία ο μητροπολίτης Αθήνας Μιχαήλ Χωνιάτης.

Η φραγκοκρατία. Νέος όμως εχθρός, οι Φράγκοι, έκανε την εμφάνισή του στην Αττική. Η Αθήνα παραδόθηκε και η Αττική, με το μεγαλύτερο μέρος της Βοιωτίας, δόθηκε ως φέουδο στον Όθωνα ντε λα Ρός (1204 – 1225) που πήρε τον τίτλο «κύριος της Θήβας και της Αθήνας». Οι Έλληνες υπήκοοί του τον αποκαλούσαν με την προσωνυμία «Μέγας Κύρ».

Ο Όθωνας αν και υποτελής του Φράγκου βασιλιά της Θεσσαλονίκης, προσπάθησε να πετύχει ορισμένα εδαφικά κέρδη που θα του εξασφάλιζαν κάποια ανεξαρτησία. Γι’αυτό πήρε μέρος σε διάφορες πολεμικές επιχειρήσεις που εδραίωσαν τη φήμη του. Ο διάδοχός του Γκύ ντε λα Ρός (1225 – 1263), ανιψιός του, προσπάθησε να δώσει στην Αθήνα το χαρακτήρα εμπορικής πόλης. Για το σκοπό αυτόν παραχώρησε στους Γενοβέζους ειδικά προνόμια που θα τους εξασφάλιζαν το εμπόριο της Αττικής (1240). Βοήθησε επίσης αποφασιστικά την ανάπτυξη της μεταξοβιοτεχνίας. Το 1256 οι Φράγκοι του ελληνικού χώρου διχάστηκαν και ο Γκύ ντε λα Ρός συμμάχησε με το Βενετσιάνο ναύαρχο Μάρκο Γραδενίγο εναντίον του Γουλιέλμου Βιλαρδουίνου.

Το δουκάτο της Αθήνας

Στη διαμάχη εκείνη έδωσε τέλος ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος ο Θ’ με την προσωπική του παρέμβαση. Για να κατακτήσει μάλιστα τον «άρχοντα των Αθηνών», του απένειμε τον τίτλο του δούκα. Από τότε το δουκάτο της Αθήνας γνώρισε περίοδο άνθισης που έφτασε στο κορύφωμά της στον καιρό του δούκα Ιωάννη ντε λα Ρός (1263 – 1280) και κυρίως του Γκύ Β’ ντε λα Ρός (1287 – 1308). H Αθήνα βρίσκεται σε τόση ακμή, ώστε να εξάγει σιτάρι στη Βενετία. Το δουκάτο είχε αναπτυχθεί σε ισχυρό φραγκικό κράτος που κυριαρχούσε και σε πολλές περιοχές της Πελοποννήσου.

Οι Καταλανοί

Μετά το θάνατο του Γκύ Β’ ντε λα Ρός ο διάδοχός του Γκοτιέ Ε’ (1309 – 1311), θέλοντας να προλάβει τον κίνδυνο που διαγραφόταν για το δουκάτο του με την κάθοδο της λεγόμενης Καταλανικής Εταιρείας, πήρε τους Καταλανούς στην υπηρεσία του. Το 1310 εκστράτευσε μαζί τους εναντίον της Ν. Θεσσαλίας. Μετά την κατάληψή της όμως, οι Καταλανοί ζήτησαν να τους δοθούν τα νέα εδάφη για να εγκατασταθούν σ’αυτά. Ο Γκοτιέ αρνήθηκε και συγκρότησε νέο στρατό. Στις τάξεις του στρατού εκείνου υπηρέτησε το άνθος της φραγκικής ιπποσύνης.

Οι Καταλανοί, οχυρωμένοι στην ελώδη τότε περιοχή της Κωπαϊδας, νίκησαν τους Φράγκους σε πολύνεκρη μάχη. Στη μάχη εκείνη σκοτώθηκε και ο δούκας της Αθήνας (15 Μαρτίου 1311).

Μετά τη συντριπτική νίκη τους οι Καταλανοί έγιναν κύριοι του δουκάτου και διόρισαν προσωρινό διοικητή του το Ρογήρο Ντεφλόρ. Το καταλανικό δουκάτο της Αθήνας είχε πρωτεύουσα τη Θήβα, επίσημη γλώσσα την καταλανική και αναγνώριζε την επικυριαρχία του βασιλιά της Σικελίας Φρειδερίκου Β’ του Αραγωνικού. Η ιστορία του αφορά κυρίως τις διαμάχες μεταξύ των Καταλανών και των άλλων Φράγκων φεουδαρχών, οι οποίες συμπίπτουν με την εμφάνιση των Οθωμανών στον ελληνικό χώρο.

Στο μεταξύ νέα τυχοδιωκτική εταιρεία εμφανίστηκε στην Ήπειρο και στη Θεσσαλία, η γνωστή ως Εταιρεία των Ναβαραιών. Οι Ναβαραίοι κυρίεψαν τη Λιβαδειά και τη Θήβα και πολιόρκησαν την Αθήνα. Η Αθήνα όμως απέκρουσε τις εφόδους του εχθρού. Οι Ναβαραίοι έλυσαν τελικά την πολιορκία και στράφηκαν προς την Πελοπόννησο (1380).

Η κατάλυση του καταλανικού κράτους. Το καταλανικό δουκάτο της Αθήνας το κατέλυσε λίγα χρόνια αργότερα ο Νέριο Ατζαγιόλι, απόγονος οικογένειας τραπεζιτών από τη Φλωρεντία. Ο Νέριο κυρίεψε τα Σάλωνα (σήμερα Άμφισσα) και την Αθήνα (εκτός από την Ακρόπολη η οποία αντιστάθηκε επί 16 μήνες) και ανακηρύχτηκε «αυθέντης της Κορίνθου και του δουκάτου της Αθήνας» (1387). Τον επόμενο χρόνο φαίνεται ότι κυρίεψε και την Ακρόπολη.

Oι Καταλανοί τότε έφυγαν στην Ισπανία και στη Σικελία και ο Νέριο εδραίωσε την κυριαρχία του στην Αθήνα υπογράφοντας διάφορες συμμαχίες με τους γειτονικούς άρχοντες. Το 1389 όμως τον συνέλαβαν όργανα των Ναβαραίων και τον φυλάκισαν. Ένα χρόνο αργότερα τον απελευθέρωσαν αφού πρώτα τον ανάγκασαν να παραχωρήσει το Άργος στους Βενετούς και τα Μέγαρα στους Ναβαραίους ως ενέχυρο. Η επιστροφή του στην Αθήνα χαρακτηρίζεται από την προσπάθειά του να προσεταιριστεί το ελληνικό στοιχείο και να ξαναφέρει την έδρα του δουκάτου στην πόλη.

Το φλωρεντινό δουκάτο της Αθήνας. H Αθήνα, ως πρωτεύουσα του φλωρεντινού δουκάτου του Νέριο Ατζαγιόλι, γνώρισε πάλι νέα ακμή. Ταυτόχρονα αρχίζει να παραμερίζεται η φεουδαρχική διάρθρωση της κοινωνίας και να εμφανίζεται η αστική τάξη.

Παρ’ όλα αυτά, το δουκάτο δεν επέζησε μετά το θάνατο του Νέριο (1394). Ο Ατζαγιόλι, με τη διαθήκη του, το είχε κληροδοτήσει στη λατινική Εκκλησία. Η απόφασή του εκείνη ελάχιστα άρεσε στους κατοίκους. O μητροπολίτης Μακάριος της Αθήνας, αν και γνώριζε ότι εκτελεστής της διαθήκης και προστάτης της πόλης είχε διοριστεί η Βενετία, δε δίστασε να προκαλέσει την οργή της συμμαχώντας με τους Τούρκους. Οι Τούρκοι κυρίεψαν χωρίς αντίσταση την Αθήνα, εκτός από την Ακρόπολη. Ο υπερασπιστής της Ματθαίος ντε Μοντόνα κάλεσε σε βοήθεια τη Βενετία.

Οι Ενετοί στην Αθήνα

Ο Βενετός διοικητής της Χαλκίδας Ανδρέας Βέμβο, με ισχυρό στράτευμα, έφτασε στην Αθήνα και την κυρίεψε στο όνομα της Βενετίας το 1394. Η πόλη βρισκόταν τότε σε μεγάλη κατάπτωση και όπως αναφέρουν χρονικά της εποχής είχε 1.000 περίπου σπίτια και ούτε ένα πανδοχείο. Πρώτος διοικητής της διορίστηκε ο Αλμπάνο Κονταρίνι (1395). Το 1402 όμως ο Αντόνιο Ατζαγιόλι, επιδιώκοντας να αποκτήσει τα δικαιώματά του στο δουκάτο της Αθήνας, συμμάχησε με τους Τούρκους και κυρίεψε την πρωτεύουσα. H Βενετία αναγκάστηκε να τον αναγνωρίσει (1405). Kαι ο Αντόνιο Ατζαγιόλι, που θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, εγκαταστάθηκε στην Ακρόπολη και φρόντισε να εξωραϊσει την Αθήνα.

Αναβίωση του φλωρεντινού δουκάτου και κατάλυσή του.

Για να εδραιώσει τη θέση του, ο Ατζαγιόλι υπόγραψε συνθήκη με τη Φλωρεντία. Με τη συνθήκη εκείνη παραχωρούσε στη Φλωρεντία διάφορα εμπορικά προνόμια (1422). Ο εξελληνισμένος αυτός άρχοντας διόρισε στις κυριότερες κυβερνητικές θέσεις Έλληνες και καθιέρωσε ως επίσημη γλώσσα του δουκάτου την ελληνική. Ο Ιταλός συγγραφέας και πολιτικός Νικολό Μακιαβέλι, που επισκέφτηκε την Αθήνα το 1423, έγραψε ότι ποτέ του δεν είχε δει «τόσο ωραία πόλη».

Το 1416 οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Αττική και ανάγκασαν τον Αντόνιο Ατζαγιόλι να γίνει υποτελής του σουλτάνου. Μετά το θάνατό του, το 1435, η Ελληνίδα σύζυγος του Ατζαγιόλι Μαρία η Μελισσηνή θέλησε να αποσπάσει το δουκάτο από τους Φράγκους και να το ξαναδώσει στους Έλληνες. Ο σουλτάνος όμως ματαίωσε τα σχέδιά της. Αντίθετα μάλιστα, αναγνώρισε ως δούκα το Νέριο Β’ Ατζαγιόλι, που παντρεύτηκε τη Μελισσηνή.

Το 1444 ο Νέριο Β’ αναγνώρισε την επικυριαρχία του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Σύντομα όμως την αποκήρυξε, για να ξαναγυρίσει στην κυριαρχία των Τούρκων. Ο Κ. ΙΙαλαιολόγος κυρίεψε τότε την Αθήνα (1446) αλλά τελικά αναγκάστηκε να αποχωρήσει. Ακολούθησαν χρόνια απόλυτης κατάπτωσης. Kαι η Αθήνα, στον καιρό του δούκα Φράγκου του Β’, έπεσε οριστικά στα χέρια των Τούρκων (1456). Δυο χρόνια αργότερα παραδόθηκε και η Ακρόπολη. Ο δούκας, που την υπεράσπιζε, πήρε ως αντάλλαγμα τη Βοιωτία.

Η χρήση της Φάλαγγας στην προκλασσική εποχή

Η χρήση της Φάλαγγας στην προκλασσική εποχή

Στο παρóν άρθρο θα δούμε ένα θέμα ιστορικού ενδιαφέροντος, που κατά την άποψη μου εχει διαστρεβλωθεί πλήρως. Όχι, πιστεύω, ευθέως σκόπιμα, αλλά λόγω της λειτουργίας του φαύλου κύκλου έρευνας, ερμηνείας αποδείξεων και κατευθύνσεων που εκ των προτέρων ακολουθείται αναγκαστικά για διαφόρους λόγους, πλήν όμως δεν οδηγεί πουθενά.

Κυρίως όμως, και αυτό είναι το σπουδαιότερο, πολλές φορές η διαχείρηση των στοιχείων γίνεται απο ανθρώπους ειδικούς σε κάποιες επιστήμες,οι οποίοι πολλάκις όμως δεν πληρούν τις προυποθέσεις ικανότητος για κρίση ,ειδικών, θεμάτων και στην περίπτωση μας θεμάτων πολεμικής υφής. Εννοείται φυσικά οτι αυτό δεν ειναι γενικός αφορισμός. Aς θυμηθούμε όμως τις αμέτρητες επίσημες επαναανακαλύψεις και επαναπροσδιορισμούς, σε υψίστης σημασίας ιστορικά και αρχαιολογικά θέματα στον αιώνα μας και πόσες φορές υιοθετήθησαν απο την επίσημη επιστήμη θέσεις που απερρίπτοντο πρίν, μετα βδελυγμίας.

Η πιο συνηθισμένη πηγή αντλήσεως πληροφοριών περί του τρόπου πολέμου στην Αρχαία Ελλάδα, είναι φυσικά η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία. Η κατά συνθήκην έναρξις, διότι υπάρχουν προιστορικά, παμπάλαια κείμενα, της αρχαίας γραμματείας, είναι τα δύο ανυπέρβλητα έπη της Ιλιάδας και της Οδύσειας που καθιερώθηκαν ως έργα του Ομήρου.

Μέγα μέρος αυτών των αριστουργημάτων (15.000 στίχοι!) αφορά σφοδρότατες μάχες μεταξύ Ελλήνων και Τρωών (αδελφών φύλλων). Έτσι πληροφορούμεθα και κατανοούμε πολλά για τον τρόπο πολέμου των προγόνων μας καθώς και την στάση τους γενικότερα απέναντι στο φαινόμενο του πολέμου αλλά και τον θάνατο, ως το μέγιστο κομβικό σημείο (Προσοχή, δεν το ονομάζω τέλος).

Αναγκαστικά έτσι επηρεαζόμενη, απο την οπτική του Ομήρου ο οποίος αντιλαμβανόταν την μάχη ως αναμέτρηση μεταξύ εξεχόντων προσώπων, η κυριαρχούσα άποψη δέχεται την απουσία της Φάλαγγος κατά τους χρόνους εκείνους. Η Φάλαγξ ως ευφιής λειτουργικός σχηματισμός οπλιτών ήταν κυριολεκτικά πολλαπλασιαστής ισχύος υπο όλες τις έννοιες.

Καθιερώθηκε στην επιστήμη της Ιστορίας, ως εμφανιζομένη στους κλασσικούς χρόνους και μετέπειτα. Κανείς ιστορικός ή αναλυτής δεν θεώρησε λογικό ή σκόπιμο να συνδέσει τη Φάλαγγα με την Ομηρική εποποιία, για πολλούς «τεχνικούς» λόγους. Αυτό κατά τη γνώμη μου δεν συνάδει με μία απλή, πλήν όμως ενδελεχή ανάλυση καθώς επίσης και με εποπτική αντίληψη διαφόρων παραμέτρων που οδηγούν στην αλήθεια.

Καταρχάς υπάρχει η ασάφεια της χρονολογήσεως των ομηρικών επών (Μάλλον κατά το δεύτερο μισό του ογδόου π.Χ. αιώνα, αν και νεότατες έρευνες τοποθετούν τα Έπη πολλούς αιώνες ενωρίτερα.)Επίσης λόγω της αρχαιολογικής βεβαιώσεως, οτι η ανώτερη θωράκιση του οπλίτη γινόταν φανερή, στην κυρίως Ελλάδα κατά τους κλασσικούς χρόνους, γίνεται ταυτοχρόνως και μία ταύτισις τακτικών μάχης, διαφορετικών μεταξύ τους εποχών, μέσω συγκρίσεως της αμυντικής θωρακίσεως. Αυτό κατα τη γνώμη μου παρουσιάζει υπερβολικά πολλές αδυναμίες διότι δεν εμπίπτει σε επιστημονικές διαδικασίες.Είναι τουλάχιστον αυθαίρετη συλλογιστική.

Η Αρχαιολογική έρευνα συνήθως, για τις παλαιότερες εποχές, βουτά σε μιά θάλασσα αοριστίας προσπαθώντας να ανακαλύψει,συγκεντρώνει και ομαδοποιήσει τα διάφορα στοιχεία.)Συνήθως όμως ακολουθεί προσχεδιασμένη πορεία αξιολογήσεως για λόγους που δεν άπτονται συνήθως επιστημονικής δεοντολογίας

Οι αναφορές του Όμήρου προφανώς εστιάζουν στον ηρωικό τρόπο ζείν και μάχεσθαι των πρωταγωνιστών του και δεν αναφέρουν επαρκώς τακτικές μάχης.Τουλάχιστον οχι με τέτοιον τρόπο ώστε να βοηθηθούμε να κατανοήσουμε νοητικά αντικείμενα, συνδεόμενα με στρατιωτικές πρακτικές, που σήμερα μας είναι άγνωστα.Βέβαια δεν μπορούμε να οικτίρουμε τον προπάππο ποιητή για το οτι δημουργούσε υψηλή ποίηση αναφέροντας αυτά που νομιζε ως σημαντικά και μάλιστα με τις δικές του αισθητικές,φιλοσοφικές και οντολογικές προτεραιότητες

Στον Όμηρο παρατηρούμε στοιχεία Μυκηναϊκά, προγενέστερα κατά 5 έως 7 αιώνες, αναμεμιγμένα με στοιχεία του απωτάτου παρελθόντος, καθώς και στοιχεία της επίσημης (υποτιθέμενης) εποχής του Ομήρου δηλαδή του Ογδόου π.Χ. αιώνος.

Ας μην ξεχνούμε ότι η Ρωμαική φάλαγξ εμφανίστηκε σε παλαιότατες εποχές. Καταγράφεται επίσημα στον έκτο π.χ αιώνα. Άρα ήταν γενικώτερο φαινόμενο του δυτικού και ευθέως ελληνογενούς κόσμου η στρατιωτική αυτή τεχνική και υπόκειτο σε όλες τις παραμέτρους αναπτύξεως.Η Ρώμη ακολουθούσε όπως γνωρίζουμε σε όλα τα θέματα με μεγάλη διαφορά αρα δεν μπορεί να ήταν ταυτόχρονη της μητροπολιτικής Ελλαδος. Γίνεται κατανοητή, είμαι σίγουρος, η προύπαρξις της φάλαγγος στην Ελλάδα και δια της συλλογιστικής αυτής.

Στην Ιλιάδα εάν εστιάσουμε σε αυτό που ψάχνουμε, δηλαδή στις μάχες υπο σχηματισμούς, παρατηρούμε αναπάντεχα οτι είναι πολύ συχνό φαινόμενο, ο τρόπος αυτός μάχης. Οι ομαδοποιήσεις των οπλιτών σε συγκεκριμένες στιγμές δείχνουν τεχνική δεινότητα. Δεινότητα σημαίνει φυσικά εκπαίδευση και πλήρη ενσωμάτωση των τεχνικών αυτών στις γενικώτερες τακτικές μάχης ενός στρατού. Με απλά λόγια οι άνδρες αυτοί είναι σίγουρο ότι χρησιμοποιούσαν τακτικές ανάλογες της Φάλαγγας, ίσως σε μικρότερους σχηματισμούς.

Το ότι ο Όμηρος δεν ονομάζει τους σχηματισμούς αυτούς Φάλαγγα ή μικρή Φάλαγγα ή κάτι παρόμοιο δεν σημαίνει αυτομάτως οτι η Φάλαγξ δεν υπήρχε. Αντιθέτως μια προσεκτικότερη ανάλυσις μας βοηθά να βεβαιωθούμε απο τον τρόπο ακριβώς που δρούσαν οι μαχητές της εποχής εκείνης, σχηματίζοντας ομάδες και υποομάδες σε συγκεκριμένες στιγμές κατα την εξέλιξη της μάχης, ότι η έννοια της Φάλαγγος τους ήταν γνωστή.

Πρέπει να γινει σαφές οτι η χρήσις της φάλλαγγος είναι ένα θέμα πρός έρευνα πραγματικά θαυμάσιο. Ο Όμηρος μας παραδίδει ενα τεράστιο έργο με πολλές διακυμάνσεις,άπειρες κατευθύνσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις.Το πως επιζητά ο ίδιος να παρουσιάσει οτι νομίζει άξιο λόγου κατά περίπτωση, περιπλέκει για εμάς τα πράγματα. Εκκινούμε δε απο κάποια κομβικά σημεία αναγκαστικώς.

Αναφερόμενοι γενικώτερα σε όλων των ειδών τις εξελίξεις μαχών που έγινε χρήσις της φάλαγγος πρέπει να διευκρινήσουμε: Λογικά η εναρξις της μάχης σηματοδοτούσε την προέλαση της φάλαγγος εναντίον της εχθρικής παρατάξεως. Σε κάποια στιγμή,για διαφόρους λόγους,κυρίως λόγω της σφοδρής συγκρούσεως διεσπάτο η συνοχή και κατόπιν παρελεύσεως σταδίων προοδευτικής αποσυγκροτήσεως,οι οπλίτες έφθαναν πια στό σημείο των προσωπικών συγκρούσεων.Βεβαίως για να είμαστε ακριβείς, η εικόνα της μονομαχίας δεν ανταποκρίνεται στην αληθεια.Μαλλον η φρικτή εικόνα της σφαγής θα ταίριαζε πλήρως.

Μέσα στην κρίση της μάχης κάθε οπλίτης άρπαζε κυριολεκτικά την παραμικρή ευκαιρία κενού, η την στιγμιαία απουσία εχθρικής κινήσεως εναντίον του,για να εξοντώσει όποιον μπορούσε,να κατακρεουργήσει οποιον εφθανε, ανεξαρτήτως αν ο εχθρός βρισκόταν πρόσωπο με πρόσωπο η με γυρισμένα τα νώτα.

Εκεί λοιπόν εκμηδενιζόταν η τάξις,η συνεργασία,η συνοχή,η Φαλαγξ.Εκεί άρχιζε απλά το χάος,που συνδέεται με οργή, ορμόνες, φόβο, πόνο, ανδρεία, επιμονή αλλά και Τύχη. Έτσι λοιπόν, ειναι θέμα ερμηνείας απο εμάς στην σημερινή εποχή, το πως θα καθορίσουμε τα τμήματα της μάχης και πως θα τα ονομάσουμε.Υπο μια οπτική γωνία, εναπόκειται μόνον στήν δική μας θέληση να συνδέσουμε επιτυχώς η οχι την Φάλαγγα, ως έννοια, με συγκεκριμένες ιστορικές, η προιστορικές εποχές.

Η Φάλαγξ δεν ήταν αναγκαστικά σχηματισμός συγκεκριμένου βάθους σειρών και αριθμού οπλιτών όπως έχουμε γνωρίσει απο μάχες που έμειναν γνωστές στην Ιστορία. Με αυτο εννοώ οτι η γνώση μας περί του σχηματισμού αυτού προέρχεται πρωτίστως, απο περιγραφές χρήσεως του σε διάφορες εποχές και με συγκεκριμένους στόχους δηλαδή την νίκη σε ακριβές στρατηγικό περριβάλλον, χώρο. Ποτέ δεν καλύπτεται ιστορικά και στο συνολό της η κάθε πτυχή αναπτύξεως, ενός τακτικού σχηματισμού, που θα μας βοηθούσε να κατανοήσουμε πλήρως όλα τα επι μέρους περιγραφικά στοιχεία.

Ένα λαμπρό παράδειγμα στρατιωτικού αλλά και φιλολογικού χαρακτήρα ειναι αυτό της αρχαίας Σπάρτης.Η ικανότης των οπλιτών της να κινούνται σε σχηματισμούς, που άλλαζαν απίστευτα γρήγορα ήταν θρυλική σε όλον τον τότε γνωστό κόσμο. Χρησιμοποιώντας αυτο το στοιχείο πειραιτέρω και μεταθέτοντας τη Σπαρτιατική αυτή ικανότητα σε άλλες εποχές κατανοούμε πλήρως οτι αυτό που στον Όμηρο βλέπουμε ως συσσωμάτωση οπλιτών για να αντιμετωπίσουν κάποιον εχθρό ήρωα είναι ακριβώς τακτικές Φάλαγγος σε μικρότερα μεγέθη.Κατάλληλα για συγκεκριμένο περιβάλλον που συνταιριάζει μάλιστα με την ποιητική έφεση του ποιητού. Είναι υποθέτω περιπλοκότερες και μεγαλυτέρου βαθμού δυσκολίας σε σχέση με την γνωστή συμπαγή, δεδομένη Φάλαγγα.

Ο λόγος που το υποστηρίζω αυτό είναι οτι, βάσει των περιγραφών του Ομήρου, εγένοντο κατά την διάρκεια των μαχών υπερβολικά ταχείες αλλαγές δομών,συμπυκνώσεις, μεταβολές σχηματισμών αναλόγως των αναγκών.Ολα αυτά ομως, προυποθέτουν αντίληψη σχηματισμών,και φυσικά, πλήρη γνώση των δυνατοτήτων τους.Αυτο βεβαιώνει κατά την γνώμη μου, την ύπαρξη σημαντικά υψηλοτέρου μαχητικού επιπέδου απο αυτό που νομίζαμε για τις Αρχα’ι’κές εποχές,όπου εως τώρα εμεταφέροντο και περιορίζοντο τα πάντα, σε μονομαχίες μεταξύ ηρώων η σε άτακτες συγκρουσεις μικρών η μεγάλων ομάδων ελάχιστα οργανωμένων βάσει στρατιωτικής επιστήμης.

Τα κύρια σημεία που αφορούν στο χρονικό προσδιορισμό της Φάλαγγος, δεν ειναι ακριβείς αρχαιολογικές αναφορές, αλλά πιθανολογήσεις, και αφορούν σε δευτερεύοντα στοιχεία μη συνδεόμενα άμμεσα με διαδικασίες χρονολογήσεως. Επικεντρώνουν κυρίως στην αντιδιαστολή μεταξύ της συμπεριφοράς των οπλιτών, τα ψυχικά τους ερίσματα, την πολιτική τους τοποθέτηση, την χρήση της πολεμικής ορμής κτλ. Έτσι στην θεωρητική (Κατ’ εμέ εντελώς υποθετικά) πλευρά της αρχα’ι’κής εποχής, τοποθετείται το ατομικό ανδραγάθημα, η προσωπική έξαρσις, η επίδειξις ευγενείας, το πολεμικό μένος (μανία), η μαχητική λύσσα, η ατομική εποποιία, η ιπποτική εθιμοτυπία, η αριστοκρατική ηθική.

Στην αντίπερα όχθη της Κλασσικής (Κατ’ ευφημισμόν μάλλον) εποχής, αντιπαρατίθεται ο νεωτερισμός της αμυντικής θωρακίσεως, οι ηθικές αξίες της αυτοκυριαρχίας, της τάξεως, της σωφροσύνης της πλήρους εγκρατείας, της πυκνής τάξεως, της αθροίσεως δυνάμεων, της αδήριτης συνοχής της Φάλαγγος, της τέχνης του πολλαπλασιασμού της ατομικής αξίας.

Γίνεται επίσης πιθανώς σκόπιμα, μία αντιπαράθεσις, μεταξύ της υποτιθέμενης κατοχής τίτλων και πλούτου απο τους αρχα’ι’κούς μονομάχους,σε αντίθεση με την «κοινή» καταγωγή των οπλιτών της Φάλαγγος και την συνήθη απουσία ανώτερου πλούτου. Πέραν της απλής λογικής που με τη βοήθειά της κατανοούμε οτι τα παραπάνω είναι υπεραπλουστεύσεις και μάλλον ταιριάζουν σε ιδεολογήματα των δικών μας χρόνων, παρά των αρχαίων εποχών, αναδύεται ξανά το αιώνιο παράδειγμα που καταλύει όλες τις σαθρές θεωρίες.

Αυτό της Σπάρτης που ειναι κυριολεκτικά η πολυπλοκότερη, ευφιέστερη και πλέον παράξενη μίξις συστημάτων, πολιτισμού, πολέμου, πολιτικής και ανθρώπινης δραστηριότητας επι παντός επιστητού. Η Αρχαία Σπάρτη είναι κυριολεκτικά ο καταλύτης-διαλύτης όλων των θεωριών του αιώνα μας που προσπαθούν να προσαρμόσουν κάθε ανθρώπινη έκφραση και δραστηριότητα σε δεδομένα,ρηχά, ιδεολογήματα.

Το τεχνικώτερο στοιχείο, για την χρονική τοποθέτηση της εμφανίσεως της Φάλαγγος, έγκειται στήν χρήση της «αντιλαβής», δηλαδή της δεύτερης εσωτερικής λαβής της ασπίδας, η οποία εξασφάλιζε το καλύτερο κράτημά της. Εξυπακούεται ότι η Φάλαγγα, για να διατηρήσει την συνοχή της λόγω των τεράστιων πιέσεων σε όλες τις πλευρές της, χρειαζόταν τέλεια χρήση των ασπίδων και μέγα μέρος της δυνατότητος αυτής εναπόκειτο στην χρήση του εργαλείου που προσέδιδε σταθερότητα δηλαδή της αντιλαβής. Εκεί βασίζονται οι περισσότεροι ερευνητές υποστηρίζοντας οτι σε παλαιότερα, του 8ου π.Χ. αιώνα, μνημεία δεν πιστοποιείται η ύπαρξις της αντιλαβής. Αντιλέγω:

α) Οι χρονολογήσεις με νεότερα μέσα(αντι μόνον του Άνθρακα 14) δίνουν αρκετά διαφορετικά αποτελέσματα που εντάσονται σε μεγάλο εύρος χρόνου. Άρα δέν γνωρίζουμε με ακρίβεια σχεδόν τίποτα. Ο 8ος αιώνας μπορεί να είναι 12ος κι ο 9ος, 3ος

β) Δεν είμαστε βέβαιοι εάν το μνημείο (Αγγείο, άγαλμα,ψηφιδωτό) φιλοτεχνήθηκε απο γνώστη ή μιμιτή, αν προοριζόταν για ανθρώπους-ομάδες που απαιτούσαν την ακρίβεια και την λεπτομέρια ή αν απευθυνόταν σε αδαείς ανθρώπους που δεν τους ενδιέφερε η λεπτομέρεια. Θα μπορούσαν να είναι παιχνίδια για παιδιά(μεταλλικά στρατιωτάκια κτλ.) ή για παράδειγμα αγαλματίδια κάποιου «φτηνού» εργαστηρίου για εξαγωγή εκτός Ελλάδος (Όπως πιστοποιήθηκε για πολλά αρχαιολογικά κειμήλια που θεωρήθηκαν πρότυπα και αργότερα μειώθηκε στο ελάχιστο, η αρχαιολογική αξία τους)

Γενικώς δηλαδή κανείς δεν είναι σίγουρος αν πρέπει να εκλάβει ένα εύρημα ως πολύτιμο δημιούργημα που περιγράφει επακριβώς πρότυπα, ή πρόκειται για κάποιο χονδροειδές εύρημα που μπερδεύει, αποπροσανατολίζει και τοποθετεί λάθος τις ερευνητικές συντεταγμένες μας

Ας αναλογισθούμε επίσης μέσα απο τον πλούτο των Ομηρικών περιγραφών, την δεινότητα των εκστρατευσάντων Αχαιών, δηλαδή Ελλήνων, σε θέματα επιμελητείας δηλαδή ανεφοδιασμού,μεταφορών κλπ σε τόσο άγνωστες,μακρινές,και ελεγχόμενες απο εχθρούς περιοχές.Αυτο σημαίνει αντίληψη χωροχρονικών μεγεθών και συμπλόκων άλλων μεγεθών που κατά την διάρκεια μιάς τόσο ταχέως εξελισσομένης μορφής επιχειρήσεως, δηλαδή μιας εκστρατείας, επολλαπλασιάζοντο ανεξέλεγκτα δημιουργώντας ατελείωτα προβλήματα όπου ανώτερες μόνον διάνοιες εδύναντο να επιλύσουν.

Τέλος δεν νοείται πολιτισμός με τόσο υψηλό γλωσσικό επίπεδο να μην είχε αντιληφθεί την αναγκαιότητα και χρησιμότητα της Φάλαγγος. Η μαθηματική δομή της Ομηρικής Ελληνικής γλώσσας(Με τα 160.000.000 εώς τώρα μόνον ευρεθέντα λήμματα) αντικατόπτριζε πεντακάθαρα έναν λαό, που η διάνοιά του απλωνόταν στο σύμπαν.

Η γλώσσα και η Φάλαγξ διαπερνώνται απο κοινά πράγματα όπως τάξις, δομή, διαστρωμάτωσις, αλληλουχία, αλληλεπικάλυψις, συμβατότης, αναδίπλωσις, συνεργιστικότης και εκατομμύρια άλλες. Με απλά λόγια είναι το λιγότερο ανόητο να θεωρούμε τους δημιουργούς και χειριστές της Ομηρικής Ελληνικής Γλώσσας ως ικανούς να διαχειρίζονται το πολυπλοκότατο αυτο γλωσσικό σύστημα και να μην αντιλαμβάνονται την έννοια της τάξεως και δομήσεως των πολεμιστών στη μάχη, δηλαδή την ύπαρξη και αξία της Φάλαγγας.

από τον Δημήτριο Γλετζάκο

strangehellas

Las Incantadas – Οι Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης

Κάπου εκεί στα σημερινά ερείπια της αρχαίας αγοράς της Θεσσαλονίκης,ο λαϊκός μύθος θέλει την γέννηση ενός παράνομου έρωτα μεταξύ του Μ.Αλεξάνδρου και της γυναίκας του βασιλιά της Θράκης που φιλοξενούνταν στο παλάτι που υπήρχε εκεί.

Ο Θράκας βασιλιάς αντιλαμβάνεται το γεγονός, και βάζει να κάνουν μάγια στον Αλέξανδρο. Ο Αλέξανδρος το πληροφορείτε, και εκείνο το βράδυ δεν βγαίνει από το δωμάτιο του. Έτσι η βασίλισσα αποφασίζει να τον επισκεφθεί αυτή .Τα μάγια όμως την χτυπούν, και αυτή και την συνοδεία της, με αποτέλεσμα να «μαρμαρώσουν» .

Οι «Μαγεμένες» μας παραπέμπουν στη λατρεία του Διονύσου και ήταν τοποθετημένες κατά τον 2ο αιώνα στο ύψος περίπου της Αρχαίας Αγοράς και δίπλα από τα Λουτρά Παράδεισος.

Πρόκειται για ανάγλυφες μυθολογικές μορφές, 8 στο σύνολο τους, όπου διακοσμούσαν μια κορινθιακή κιονοστοιχία και αναπαριστούσαν το νεαρό Θεό Διόνυσο δίπλα σε έναν πάνθηρα, την Αύρα με το πέπλο της,την Αριάδνη στεφανωμένη με τα φύλλα μιας κληματαριάς,τη Λήδα μαζί με τον κύκνο,μια Μαινάδα που παίζει διπλό φλάουτο, το Γανυμήδη μαζί με το Δία μεταμορφωμένο σε αετό,και έναν Διόσκουρο με μια αναπαράσταση αλόγου στα πόδια του.

Οι αιώνες θα περάσουν και στην περιοχή θα αναπτυχθεί η εβραϊκή συνοικία Rogos. Ένα τμήμα τότε από την «Στοά των Ειδώλων» με τις «Μαγεμένες» θα βρεθεί ενσωματωμένο στο σπίτι ενός πλουσίου Εβραίου υφασματέμπορα, του Λιάτσι Αρδίτη .Την εποχή εκείνη αποκαλούνται Las Incantadas.

Το σημαντικότερο και πιο όμορφο μνημείο της αρχαιότητας στη Θεσσαλονίκη

Παρόλο που αποτελούσε σημείο αναφοράς για την πόλη,και θαυμασμού για πολλούς ξένους επισκέπτες, οι «ιδιοκτήτες» του μνημείου δεν φαίνεται να ‘δείχναν τον ανάλογο σεβασμό προς αυτό. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Emmanuel Miller (ο άνθρωπος που θα τα αρπάξει και θα τα μεταφέρει στην Γαλλία):»Ο ιδιοκτήτης κυρίως, που βρίσκεται μέσα στην αυλή του το μνημείο, διασκεδάζει με τη σειρά του να σπάει από καιρού εις καιρόν κομματάκια και να τα πουλάει στους τουρίστες».

Αν και πάνω από 100 χρόνια γινόταν προσπάθεια για την αρπαγή των αγαλμάτων από τους εκάστοτε πρόξενους,τελικά ο Miller το 1864 , με μια γενναία δωροδοκία του Σουλτάνου, θα καταφέρει να πάρει την άδεια για να μεταφέρει.

Ο ίδιος σε επιστολές προς την σύζυγό του,θα αναφέρει:»O σουλτάνος, μέσω του μεγάλου βεζύρη Φουάντ Πασά, μου έδωσε την άδεια να αφαιρέσω και να μεταφέρω στη Γαλλία τα οκτώ αγάλματα της Θεσσαλονίκης που τόσο επιθυμούσα» (Le Mont Athos, σ. 322).

Ενώ σε μια άλλη θα γράψει:»Θα έχω λοιπόν τα αγάλματά μου, λέω θα έχω, γιατί υπάρχουν ακόμη μεγάλες δυσκολίες. Ο εβραϊκός και Ελληνικός πληθυσμός της Θεσσαλονίκης θα εκμανεί όταν μάθει ότι θα πάρουν αυτά τα αγάλματα…. Θα χρειαστεί ο πασάς να στείλει ένοπλη δύναμη και όσο διακριτικοί κι αν είμαστε το νέο θα κυκλοφορήσει πολύ γρήγορα. Τώρα που η τουρκική κυβέρνηση έδωσε το λόγο της, δεν θα επανέλθει και πρέπει οπωσδήποτε να δράσουμε» (ο.π. σ. 322).(Πληροφορίες από άρθρο της κ.Ελένη Στούμπου-Κατσαμούρη)

Και κάπως έτσι έγινε…

Αν και υπήρξαν έντονες διαμαρτυρίες και αντιδράσεις από Έλληνες και Εβραίους κατοίκους, ωστόσο με την βοήθεια των Οθωμανών και μετά από πολλές περιπέτειες κατάφερε σπάζοντας και τεμαχίζοντας το μνημείο (που στις επιστολές του αποκαλούσε «πέτρες»)να το φορτώσει στο πλοίο του με προορισμό την Γαλλία.

Πρόκειται για μια πραγματική λεηλασία, όμοια με αυτή του Παρθενώνα.

Οι Καρυάτιδες της Θεσσαλονίκης σήμερα εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου.

Τα τελευταία κομμάτια από αυτό το μνημείο,ένα πραγματικό έργο τέχνης,και που είχε στην κατοχή της η εβραϊκή οικογένεια, θα πουληθούν λίγο πριν το 1917 σε Άγγλους.

Ότι, και αν ,έχει απομείνει από αυτό,θα έρθει να καταστρέψει και να το διαγράψει από τον χώρο και την μνήμη της πόλης η μεγάλη πυρκαγιά του 1917.

Στην Θεσσαλονίκη θα παραμείνουν μόνο οι θρύλοι…

strangehellas

Ποιοί ήταν οι Λέλεγες

Ποιοί ήταν οι Λέλεγες

Οι Λέλεγες ήταν, κατά τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, μία από τις φυλές που ζούσαν στην Ελλάδα, στην περιοχή του Αιγαίου και τη νοτιοανατολική Μικρά Ασία, πριν τον ερχομό των κυρίως Ελληνικών φύλων.

Οι Λέλεγες στη Μικρά Ασία

Στην Ιλιάδα βρίσκουμε τους Λέλεγες να είναι σύμμαχοι των Τρώων (Κ 429), μολονότι η πατρίδα τους δεν προσδιορίζεται. Διακρίνονται από τους Κάρες, με τους οποίους τους συγχέουν μεταγενέστεροι συγγραφείς. Ο βασιλιάς τους είναι ο Άλτης και η πόλη τους, η Πήδασος καταστρέφεται από τον Αχιλλέα. Ο Αλκαίος (7ος ή 6ος αιώνας π.Χ.) ονομάζει την Άντανδρο στην Τρωάδα «Λελέγειο», αλλά αργότερα ο Ηρόδοτος το υποκαθιστά με το επίθετο «Πελασγικός», και έτσι ίσως οι δύο όροι ήταν σε μεγάλο βαθμό συνώνυμοι για τους `Ελληνες.

Ο Παυσανίας λέει ότι ο διάσημος ναός της Αρτέμιδος στην Έφεσο ήταν πανάρχαιος και οι Λέλεγες και οι Λυδοί τον χρησιμοποιούσαν πριν την άφιξη των Ιώνων για τη λατρεία της «Κυρίας της Εφέσου», που οι Έλληνες αργότερα ονόμασαν Άρτεμι.

Ο Φερεκύδης (περ. 480) γράφει ότι οι Λέλεγες κατοικούσαν στην παραλιακή ζώνη της Καρίας, από την Έφεσο ως τη Φώκαια και στις νήσους Σάμο και Χίο, τοποθετώντας τους Κάρες νοτιότερα. Ακόμα και ο Στράβων, αιώνες αργότερα, αποδίδει στους Λέλεγες μία ξεχωριστή ομάδα μικρών κάστρων, τύμβων και κατοικιών από την Αλικαρνασσό μέχρι τη Μίλητο στα βόρεια. Ο Πλούταρχος επίσης υπονοεί την ιστορική ύπαρξη Λελέγων ως υποταγμένων δουλοπαροίκων στις Τράλλεις στο εσωτερικό.

Οι Λέλεγες στην Ελλάδα και το Αιγαίο

Στον κατάλογο του Ησιόδου, ένα μοναδικό σπάραγμα (Kinkel, Epicorum Graecorum Fragmenta I, 136 – Leipzig, 1877) τοποθετεί τους Λέλεγες κατά την μυθολογική εποχή του Δευκαλίωνα στη Λοκρίδα της κεντρικής Ελλάδας. Αλλά μέχρι τον 4ο αιώνα π.Χ. κανένας άλλος συγγραφέας δεν τους τοποθετεί δυτικά του Αιγαίου. Η σύγχυση με τους Κάρες (μετανάστες κατακτητές όπως οι Λυδοί και οι Μυσοί) οδήγησε στο συμπέρασμα του Καλλισθένους ότι οι Λέλεγες συμμάχησαν με τους Κάρες σε επιδρομές στα ελληνικά παράλια.

Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως παράδοση, προερχόμενη από τους Κρήτες, ταυτίζει τους Λέλεγες με τους Κάρες. Η παράδοση αυτή αναφέρει πως ήταν λαός των νησιών του Αιγαίου, υποτελής στον Μίνωα όχι με υποχρέωση καταβολής φόρου αλλά με την υποχρέωση να επανδρώνουν τα πλοία του.

Η ίδια παράδοση έλεγε ότι οι Λέλεγες, οι οποίοι επινόησαν πολλά από τα στοιχεία της μετέπειτα πολεμικής εξάρτυσης των Ελλήνων, τελικά διώχθηκαν από τις αρχικές τους εστίες από τους Δωριείς και τους Ίωνες, οπότε και κατέφυγαν στην Καρία και ονομάσθηκαν Κάρες. Όμως ο Ηρόδοτος παραθέτει και την εκδοχή των σύγχρονών του Καρών, οι οποίοι απέρριπταν την προαναφερθείσα παράδοση και θεωρούσαν τους εαυτούς τους αυτόχθονες που έφεραν το ίδιο πάντοτε όνομα.

Μετά το 400 π.Χ. περίπου, άλλοι συγγραφείς ισχυρίσθηκαν ότι είχαν ανακαλύψει τους Λέλεγες στη Βοιωτία, στη δυτική Ακαρνανία – Λευκάδα και αργότερα πάλι στη Θεσσαλία, την Εύβοια, τα Μέγαρα, τη Λακεδαίμονα και τη Μεσσηνία. Στη Μεσσηνία υπήρχε ο θρύλος ότι ήταν οι μετανάστες ιδρυτές της Πύλου και ότι σχετίζονταν με τους θαλασσοπόρους Τηλεβοείς του Ομήρου, διαχωριζόμενοι από τους Πελασγούς. Ωστόσο στη Λευκάδα τους θεωρούσαν αυτόχθονες.

Έτσι, ο περιηγητής Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.) γράφει ότι, σύμφωνα με την παράδοση των Λακεδαιμονίων, υπήρχε ένας αυτόχθονας βασιλιάς της Λακωνίας, ο Λέλεξ, του οποίου εγγονός ήταν ο Ευρώτας. Από τον βασιλιά αυτόν, οι υποτελείς του ονομάστηκαν Λέλεγες. Τέτοιες παραδόσεις στην ελληνική μυθολογία υπάρχουν για όλα σχεδόν τα πανάρχαια φύλα της Ελλάδας.

Κατά τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, ο Λέλεγας ήταν αυτόχθων της Λακεδαίμονος, γιός ναϊάδας νύμφης. Γιος του Λέλεγα ήταν ο Ευρώτας, του οποίου η κόρη Σπάρτη, νυμφεύτηκε τον Λακεδαίμονα, γιο του Δία και της Ταϋγέτης.

ellinonpaligenesia2

Η ποινή του θανάτου στην αρχαιότητα

Ο αρχαίος κόσμος θεσμοποίησε κατά καιρούς διάφορους τρόπους εκτέλεσης των εγκληματιών: οι Βαβυλώνιοι την πυρά, τον πνιγμό και τον ανασκολοπισμό , οι Πέρσες τη σταύρωση , οι Εβραίοι το λιθοβολισμό και τη σταύρωση , οι ΑΙγύπτιοι τον ανασκολοπισμό, την πυρά, τον πνιγμό, τον απαγχονισμό, τον αποκεφαλισμό και ίσος τη σταύρωση , οι Έλληνες, κυρίως, το λιθοβολισμό, τον κατακρήμνισμα, το δηλητήριο και τον «αποτυμπιανισμό».

Ήδη από τους πρώιμους αρχαϊκούς χρόνους, σε πoλλές Ελληνιστικές πόλεις, ο λιθοβολισμός έπαψε να αποτελεί νόμιμο τρόπο εκτέλεσης κακοποιών πού η ίδια η πολιτεία καταδίκαζε σε θάνατο. Όπου εξακολούθησε να εφαρμόζεται αποτελούσε μάλλον ποινή υπαγορευμένη και εκτελούμενη από μία κοινωνική ομάδα, παρά κύρωση θεσμοθετημένη και εφαρμοζόμενη από το κράτος.

Στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, όσοι καταδικάζονταν από τα δικαστήρια σε θάνατο, εκτελούνταν είτε με κώνειο, είτε με κατακρημνισμό, είτε τέλος με «άποτυμπανισμό». Ή δηλητηρίαση των καταδίκων με κώνειο άρχισε να εφαρμόζεται προς το τέλος τού 5ου αιώνα πχ , στους κατάδικους πού έμελλε να πιουν το κώνειο έλυναν τα δεσμά τη μέρα της θανάτωσης, έτσι ώστε ο μελλοθάνατος να μπορεί αν θέλει να λουστεί και να αποχαιρετήσει τούς δικούς του.

Περισσότερο παρά τρόπος εκτέλεσης, η δηλητηρίαση συνιστά παρότρυνση σε αυτοκτονία, για λόγους επιείκειας, και ο νεκρός παραδίνεται στους συγγενείς του για ταφή. Στην εκτέλεση με κατακρημνισμό, πού έκτός από την Αθήνα εφαρμοζόταν στη Σπάρτη, στους Δελφούς, στην Κόρινθο, ίσως στην Ίλίδα και τη Θεσσαλία, ο καταδικασμένος σπρωχνόταν από το ύψος ενός ψηλού βράχου στον γκρεμό, στο βάραθρο ή όρυγμα στην Αθήνα, στον Καιάδα στη Σπάρτη, στους Κόρακες ατή Θεσσαλία.

Ο τρόπος αυτός εκτέλεσης εφαρμοζόταν μάλλον στα πολιτικά και θρησκευτικά εγκλήματα, όπως έξάλλου και το κώνειο, και συνεπαγόταν απαγόρευση ταφής τού καταδίκου. ο κατακρημνισμός δεν αναφέρεται μετά το 406 πχ και το καινούριο όρυγμα πού άνοιξαν οι ‘Αθηναίοι τον 4ο αιώνα πχ χρησίμευε μάλλον για να ρίχνουν τα πτώματα των καταδίκων. ο τρίτος τρόπος εκτέλεσης των καταδίκων, ο «αποτυμπανισμός» , αναφέρεται από τούς κλασικούς συγγραφείς με τρόπο λακωνικό.

Πουθενά δε διασώθηκε περιγραφή για τον τρόπο με τον οποίο γινόταν. Σύμφωνα με τούς μεταγενέστερους λεξικογράφους, η εκτέλεση γινόταν με το τύμπανων ή τύπανον, ξύλινο θανατικό εργαλείο τού δημίου. Οι παλιοί γραμματικοί και σχολιαστές, αναγνωρίζοντας ενεργητική σημασία Στη λέξη τύμπανων, δέχονται ότι ο άποτυμπανισμός είναι ή θανάτωση δια τυμπάνου, ερμηνεία πού δεν αμφισβητήθηκε από τούς ιστορικούς και τούς αρχαιολόγους μέχρι το 1923.

Στις αρχές της δεύτερης δεκαετίας τού αιώνα μας, οι αρχαιολόγοι Κουρουνιώτης και Πελεκίδης αποκάλυψαν στην περιοχή τού Φαληρικού Δέλτα αρχαίο νεκροταφείο πού εντυπωσίασε τούς ερευνητές της εποχής για την πυκνότητά του. Ανάμεσα στους 86 τάφους πού ανασκάφηκαν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα πολυανδρία των πρώιμων αρχαϊκών χρόνων, όπου τάφηκαν 17 άνδρες χωρίς κανένα κτέρισμα. Κάθε σκελετός είχε γύρω από το λαιμό, τα χέρια και τα σφύρα των ποδιών ένα σιδερένιο κλοιό με αιχμηρές απολήξεις. Στις απολήξεις των κλοιών βρέθηκαν υπολείμματα ξύλου.

Από το γεγονός αυτό συμπεραίνει κανείς ότι κάθε νεκρός ήταν ξαπλωμένος πάνω σε μία σανίδα, πλάτους 0,50-0,55, πάνω στην όποία είχε ακινητοποιηθεί με τούς κλοιούς πού περιέβαλαν τα άκρο και το λαιμό και οι όποίοι ήταν καρφωμένοι πάνω στη σανίδα. για ποίο όμως λόγο έγινε αύτή η κλοιοδεσία των 17 ανδρών: Όπως ε{ναι τελείως απίθανο να έγινε μετά θάνατο, θα πρέπει να δεχτούμε ότι η δέσμευση έχει σχέση με τον τρόπο θανάτωσης των ανδρών αυτών, ο ένας μάλιστα από τούς όποίους είχε στο στήθος του μία χάλκινη αιχμή βέλους ενώ οι περισσότεροι είχαν σπασμένα τα οστά τού προσώπου ή τού κρανίου; Ε{ναι φανερό ότι δεν θανατώθηκαν ούτε με κώνειο ούτε με κατακρημνισμό.

Στα 1923, ο τότε έφορος αρχαιοτήτων Αττικής Α. Κεραμόπουλλος απέδειξε με μία διεθνώς αναγνωρισμένη μελέτη του ­ ότι το πολυανδρία τού Φαλήρου μάς αποκαλύπτει τον πιο διαδεδομένο νόμιμο τρόπο εκτέλεσης εγκληματιών από τούς προσολώνειους χρόνους μέχρι τον 4ο αιώνα Π.Χ. με τη μαρτυρία των αρχαίων κειμένων, κυρίως ενός αποσπάσματος από τις Θεσμοφοριόζουσες τού Αριστοφάνη (στ. 930 έπ.), ο Α. Κεραμόπουλλος απέδειξε ότι ο άποτυμπανισμός ισοδυναμεί με το θάνατο επί της σανίδος (Θεσμ. στ. 938, 942, 1028: προς θάνατον δείται έπί της σανίδος. Ήρόδοτος 5, 72: την άπί θανάτω κατάδεσιν).

Επομένως το τύμπανων απ’ όπου προέρχεται ο άποτυμπονισμός, το ξύλινο θανατικό εργαλείο τού δημίου, σύμφωνα με τον ορισμό των σχολιαστών και των λεξικογράφων, δεν είναι παρά μία σανίδα ή σε παλιότερες εποχές ένας κορμός δέντρου. Ονομάστηκε και ξύλον επειδή ήταν ξύλινη ή ακόμα πεντεσύριγγον ξύλον από τούς πέντε κλοιούς πού στήριζαν το σώμα τού καταδίκου στη σανίδα. Ή διαδικασία θανάτωσης ήταν η έξης: Πάνω σε μία πλατιά και γερή σανίδα, όπως πρέπει να ήταν αυτές τού Φαλήρου, ξάπλωναν τον κατάδικο, γυμνό, όπως ακριβώς σταυρώνονταν από τούς Ρωμαίους οι καταδικασμένοι σε θάνατο.

Στη συνέχεια, καθήλωναν τον κατάδικο με πέντε ήλους , δηλ. κλοιούς πού περιέβαλαν τα άκρα και το λαιμό και καρφώνονταν γερά στη σανίδα. Μετά την ακινητοποίηση τού σώματος, η σανίδα στηνόταν όρθια και στερεωνόταν στο έδαφος έτσι ώστε ο κατάδικος έκρέματο (‘Ησύχιος και Φώτιος τουμπανίζεται ­ ξύλω πλήσσεται, έκδέρεται και κρέμαται). Είναι πιθανό λοιπόν, προτού ανορθωθεί η σανίδα, ο κατάδικος να μαστιγωνόταν ή να ραβδιζόταν, όπως γινόταν η φραγγέλωση στη ρωμαϊκή σταύρωση.

Για το λόγο αυτό έπρεπε ο κατάδικος να είναι γυμνός. Αφού η σανίδα στηνόταν όρθια, φύλακες φρουρούσαν μη και κανείς αποπειραθεί να απελευθερώσει τον άποτυμπανιζόμενο ή μη θελήσει να συντομεύσει το μαρτύριό του επισπεύδοντας το θάνατό του. Φαίνεται όμως ότι το μαρτύριο τού καταδίκου δε σταματούσε εδώ. Τα κακοποιημένα οστά των νεκρών τού Φαλήρου δείχνουν ότι αφού καθηλώνονταν στη σανίδα, οι κακούργοι λιθοβολούνταν, έτσι ώστε διαμελισμένοι και κακοποιημένοι να μη μπορούν να πάρουν εκδίκηση μετά θάνατο.

Η συνήθεια αυτή αποτελεί ίσως συμβολικό κατάλοιπο άλλων εποχών, όταν η εκτέλεση των καταδίκων γινόταν με λιθοβολισμό. Ταυτόχρονα όμως οι πέτρες πού ρίχνονταν στους άποτυμπανιζομένους θυμίζουν το σημερινό ανάθεμα, χάρη σ’ αυτές οι κακούργοι αντετίθεντο και ως εκ τούτου κατέχονταν από τούς χθόνιους θεούς χωρίς κίνδυνο να ξαναγυρίσουν Στη γη. δεν υπήρχε έτσι φόβος να ξαναεμφανιστούν Στη ζωή, σαν τούς καταχανάδες της σημερινής Κρήτης, δηλαδή τούς κακοβαφτισμένους, τούς κακοβαμμένους ή τούς ανθρώπους πού διαπράξανε όσο ζούσαν πολλά ανομήματα, οι όποίο σηκώνονται νύχτα από τον τάφο τους και εμφανίζονται μαζί με τούς δαίμονες.

Δεν αποκλείεται αντί να καρφωθεί με τούς κλοιούς στη σανίδα, να ήταν δυνατό να δεθεί ο κατάδικος πάνω στο τύμπανο ή στο σταυρό. Όμως, η συμβολική δύναμη τού μετάλλου, σιδήρου ή χαλκού, είτε είναι κλοιός είτε καρφί, όχι μόνο είναι ισχυρότερη και διαρκέστερη από τού σχοινιού άλλά και έχει μεγάλη αποτροπιαστική δύναμη (Σχολ. Όδυσ. Λ. 48 κοινή τις παρά άνθρωπος εστίν ύπόληψις, ότι νεκροί και δαίμονες σίδηρον φοβουνται). Ή αγχόνη, η καρατόμηση, ο κατακρημνισμός, η πυρά ή ο πνιγμός είναι φιλάνθρωποι θάνατοι σε σύγκριση με τον άποτυμπανισμό.

Ακόμα και η ρωμαϊκή σταύρωση, οδυνηρότερη εξαιτίας τού καρφώματος των ακρών, συνεπάγεται γρηγορότερο θάνατο λόγω της απώλειας αίματος. το μαρτύριο τού άποτυμπανιζόμενου ξεπερνά κάθε περιγραφή. Γυμνός καθηλωμένος με τούς κλοιούς πάνω στην όρθια σανίδα, όλο το βάρος τού σώματός του έπεφτε προς τα κάτω, με συνέπεια οι κλοιοί να πιέζουν τις κνήμες, τις ώλένες και το κάτω σαγόνι.

«Αν οι κλοιοί των άκρων είναι χαλαροί, όλο το βάρος πέφτει στο λαιμό και συνθλίβεται το κάτω σαγόνι. Στις οδύνες αυτές πρέπει να προστεθούν η πείνα, η δίψα, το κρύο, η ζέστη, τα έντομα και τα όρνεα, οι μολύνσεις, η γάγγραινα, μαρτύρια πού μπορούσαν να διαρκέσουν πολλές μέρες. Ποία όμως ήταν τα εγκλήματα πού επέσυραν για το δράστη την ποινή τού άποτυμπανισμου: Σύμφωνα με την έπικρατέστη γνώμη, δεν ήταν ούτε τα πολιτικά ούτε τα θρησκευτικά εγκλήματα , στις περιπτώσεις αυτές η εκτέλεση γινόταν είτε με κώνειο είτε με κατακρημνισμό.

Με αποτυμπανισμό εκτελούνταν οι κακούργοι, κατηγορία στην όποία περιλαμβάνονταν, κατά τον Αριστοτέλη (Αθηναίων πολιτεία 52 1): κλέπται, άνδραποδισταί, λωποδύται, τοιχωρύχοι και βαλαvτιoτόμοι (τσαντάκηδες) και ενδεχομένως οι φονιάδες. Αν συλληφθούν έπ’ αύτοφόρω, όλοι αυτοί οι εγκληματίες οδηγούνται χωρίς ανάκριση κατ’ ευθείαν στο δικαστήριο των Ένδεκα. Εφ’ όσον ομολογούν την πράξη τους ακολουθεί συνοπτική διαδικασία και εκτελούνται αμέσως.

Ή συνοπτική αύτή διαδικασία, η απαγωγή, αποτελεί κατάλοιπο της πανάρχαιας ιδιωτικής απονομής της δικαιοσύνης και εκδίκησης, όταν το ίδιο το θύμα ή οι συγγενείς του συνελάμβαναν το δράστη και τον εκτελούσαν αμέσως, χωρίς την επέμβαση των κρατικών οργάνων. Οι νεκροί τού Φαλήρου άνήκαν επομένως στην κατηγορία των κακούργων. Όμως το γεγονός ότι τάφηκαν συγχρόνως 17 εγκληματίες καθιστό απίθανο να πρόκειται για κλέφτες. για τον Α. Κεραμόπουλο πρόκειται για πειρατές πού έπέδραμαν στις αττικές ακτές -παρόμοιες επιδρομές ήταν συνηθισμένες πριν από τούς χρόνους τού Σόλωνα.

Αποκρούοντας την επιδρομή, οι Αθηναίοι τούς συνέλαβαν και τούς εκτελέσανε με τον απάνθρωπο αυτό τρόπο. ο λιθοβολισμός καΙ ο κατακρημνισμός των καταδίκων είναι ένας τρόπος εξάλειψης τού μιάσματος πού γεννά ένα έγκλημα θρησκευτικού κυρίως χαρακτήρα, ένα άγος. Ή θανατική εκτέλεση στις περιπτώσεις αυτές δεν αποσκοπεί στο φυσικό αφανισμό του ένόχου, άλλά έχει θρησκευτική χροιά. Πρώτα απ’ όλα αποβλέπει στον εξαγνισμό της κοινωνικής ομάδας από την ευθύνη τού αίματος πού θα χυθεί.

Έπειτα, η βίαιη αποπομπή στο θάνατο ενός ανάξιου και καταραμένου μέλους της ομάδας μπορεί να θεωρηθεί πράξη ευσέβειας τόσο από μέρους της συγκεκριμένης ομάδας όσο και από την πλευρά τού καταδικασμένου ο όποίος εγκαταλείπεται στο έλεος των θείων δυνάμεων. Τελείως διαφορετική είναι η περίπτωση των κακούργων. Ή έκτέλεσή τους οδηγεί σε θάνατο τελείως διαφορετικό από το θάνατο με κατακρημνισμό των ένόχων θρησκευτικού ή πολιτικού εγκλήματος. Ο αποτυμπανιζόμενος εκτίθεται στη δημόσια θέα σαν αντικείμενο αποστροφής και χλευασμού, το οποίο πρέπει να υποφέρει με κάθε τρόπο.

Αποτελεί συνάμα και ένα μέσο εκφοβισμού: Η αγωνιά είναι πιο παραδειγματική από ένα πτώμα.