Category Archives: Ιστορικά πρόσωπα

Σαν σήμερα γεννιέται στη Ιθάκη ο εθνικός κυβερνήτης του ΟΧΙ Ιωάννης Μεταξάς

O Ιωάννης Μεταξάς (Ιθάκη, 12 Απριλίου 1871 – Αθήνα, 29 Ιανουαρίου 1941) είναι ο Εθνικός Κυβερνήτης της Ελλάδας (1936- 1941), που διαμόρφωσε την ουδέτερη εξωτερική πολιτική της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και με δικτατορική διακυβέρνηση αντιστάθηκε στα φασιστικά καθεστώτα Ιταλίας και Γερμανίας με το σύνθημα «Για τους Έλληνες Υπέρ την Νίκη η Δόξα».

H μεγαλύτερη στιγμή της ζωής του είναι τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 και η απάντηση που έδωσε στο ιταμό τελεσίγραφο, που του επέδωσε ο Ιταλός Πρέσβυς Εμμανουέλε Γκράτσι, στην οικία του στην Κηφισιά, ζητώντας του να επιτρέψει την διέλευση των ιταλικών στρατευμάτων από το ελληνικό έδαφος.

Η απάντηση του Ιωάννη Μεταξά «Alors c’ est la guerre» (επομένως έχουμε πόλεμο), με την οποία κήρυξε τον υπέρ βωμών και εστιών πόλεμο, ενάντια στην Ιταλία, μία απόφαση που είχε πάρει μόνος του τον Μάρτιο του 1939, έχει μείνει στην ιστορία ως το «ΟΧΙ» των Ελλήνων στο φασισμό και την υποδούλωση της πατρίδας τους. Ο αγώνας, η ανδρεία και ο ηρωισμός ανδρών και γυναικών έως τις 6 Απριλίου 1941, άλλαξαν την πορεία της παγκόσμιας ιστορίας.

Ο Ιωάννης Μεταξάς κεφαλληνιακής καταγωγής, υπήρξε ένας διορατικός στρατιωτικός και πολιτικός ηγέτης (statesman), διακεκριμένος επιτελικός αξιωματικός, με ικανότητα αιφνιδιασμού του εχθρού και γνώστης διπλωματικών χειρισμών. Ένας κατ’ εξοχήν πνευματικός άνθρωπος, του οποίου το όνομα έχει μείνει στην ελληνική και στην παγκόσμια ιστορία, για την αντίσταση της Ελλάδος κατά του Αξονος..

Ως άνθρωπος είχε τη φήμη προσώπου με ιδιαίτερο ήθος, πάθος για την πατρίδα του και σεβασμό στην ιστορία της. Τον διέκρινε συναισθηματικός πλούτος, οξυδέρκεια, διορατικότητα και ευθύτητα κρίσεως, αναλυτική φιλοσοφική σκέψη, αγάπη για διάλογο και άμεση πρακτική αντίδραση, αφού είχε εξαντλήσει τα θέματα με τους ειδήμονες.

Πραγματοποίησε τις εκάστοτε αποφάσεις του με γενναιότητα και αυταπάρνηση, αποφασιστικότητα, μέτρο και σταθερότητα. Ευπατρίδης, αριστοκράτης και οπαδός του πλατωνισμού. Προ πάντων υπήρξε άνθρωπος του πνεύματος, λάτρης της φύσεως, της μουσικής και των εικαστικών τεχνών, αφοσιωμένος σύζυγος και τρυφερός οικογενειάρχης και πατέρας.

Τίμησε τον όρκο του σαν αξιωματικός στους Βαλκανικούς Πολέμους και ποτέ δεν ανέμειξε τον στρατό στην πολιτική ή στη δικτατορία. Με διορατικό πνεύμα προείδε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με επιτελικό πνεύμα και πρόνοια σε όλους τους τομείς, οργάνωσε την στρατιωτική και ηθική άμυνα της Ελλάδας και την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική της. Αυτός είναι ο κύριος λόγος που έκανε τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936, σε συνεννόηση και συνεργασία με τον βασιλέα Γεώργιο Β’.

Ο περιορισμός των κομουνιστών, όπως και κάθε αυστηρό μέτρο που έλαβε κατά την δικτατορική διακυβέρνηση, είχε σχέση με την ετοιμασία και την ολοκλήρωση της άμυνας της Ελλάδος και την άρτια στρατιωτική προπαρασκευή. Η Εθνική Οργάνωση Νεολαίας, της οποίας ήταν αρχηγός, είχε στόχο την εθνική ομοψυχία, την κοινωνική και ηθική ετοιμασία και την εθελοντική οργάνωση των νέων για την άμυνα.

Η απάντηση που έδωσε στον Γκράτσι, ήταν για τους Έλληνες το έναυσμα, για να συνταχθούν με φρόνημα και πειθαρχία και να αγωνισθούν με ηρωισμό, ενωμένοι για τα ιδεώδη της φυλής.

Αγωνισθήτε δια την Πατρίδα, τας γυναίκας και τα παιδιά σας και τας ιεράς μας παραδόσεις.

Νυν Υπέρ πάντων ο αγών ( διάγγελμα Ι. Μεταξά 28ης Οκτωβρίου 1940)

http://www.ioannismetaxas.gr

Advertisements

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είναι η σημαντικότερη στρατιωτική και πολιτική φυσιογνωμία της Επανάστασης του 1821. Για την ευφυΐα, την τόλμη, τη σύνεσή του, αλλά και για τη βαρύτητα του λόγου του, που από νέο τον χαρακτήριζαν, επονομάσθηκε «Γέρος του Μοριά».

Γεννήθηκε στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας στις 3 Απριλίου 1770, ενώ η καταγωγή του ήταν από το χωριό Λιμποβίσι της Αρκαδίας. Η οικογένειά του – με γενάρχη τον Τσεργίνη – ανέδειξε πολλούς γενναίους κλεφταρματολούς-αγωνιστές και κατέβαλε βαρύ τίμημα στον απελευθερωτικό αγώνα κατά των Τούρκων. Μέχρι την έκρηξη της Επανάστασης περίπου εβδομήντα Κολοκοτρωναίοι είχαν βρει το θάνατο στον αγώνα κατά των Τούρκων.

Ο πατέρας του Κωνσταντής ήταν μεγάλος κλεφταρματωλός της Μάνης και του Ταϋγέτου. Η μητέρα του καταγόταν από το σόι των Κοστακαίων της Αλωνίσταινας. Tο 1770 είχε συμμετάσχει στην εξέγερση του Μοριά κατά τα Ορλωφικά. Αμέσως μετά, το 1771, ο Κωσταντής ήλθε σε σφοδρή σύγκρουση με τους Τούρκους που είχαν στο μεταξύ εξαπολύσει ανηλεή διωγμό κατά των κλεφταρματολών.

Το 1779, μαζί με τα αδέλφια του Αποστόλη, Γιώργο και Αναγνώστη, συμμετείχε στην εξόντωση των Αλβανών που μάστιζαν την Πελοπόννησο. Το 1780 όμως οι Τούρκοι ξεκίνησαν νέο διωγμό κατά των αρματολών. Ισχυρό στράτευμα υπό τον Καπουδάν πασά Χασάν Τζελαϊδή που ήταν Βεζύρης, Βαλεσής και Σερασκέρης της Ρούμελης, αποβιβάστηκε στο Γύθειο και κατευθύνθηκε κατά της Καστάνιτσας που ήταν ορμητήριο του Κωνσταντή.

Ο Κωνσταντής μαζί με τον κλεφταρματολό Παναγιώταρο Βενετσανάκη και τις οικογένειές τους είχαν στο μεταξύ ταμπουρωθεί με 150 παλικάρια στους δύο πύργους τους. Εκεί πρόβαλαν ηρωϊκή αντίσταση για 12 μέρες. Στο τέλος οι πολιορκούμενοι επεχείρησαν απεγνωσμένη έξοδο κατά την οποία σκοτώθηκε ο Κωνσταντής και δυο αδέλφια του.

Ο αδελφός του Αναγνώστης και η γυναίκα του μαζί με το μικρό Θεοδωράκη και μια αδελφή του κατάφεραν να διαφύγουν. Μετά το θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του πήρε τα παιδιά της και κατέφυγε στο πατρογονικό της στην Αλωνίσταινα. Την ένδοξη εκείνη μάχη θα διηγηθεί αργότερα ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του.

Σε ηλικία 15 χρονών ο Θοδωράκης μαζί με τη μητέρα του εγκαταστάθηκαν στο Άκοβο όπου ζούσε ο θείος του Αναγνώστης. Λίγο μετά και σε ηλικία 15 ετών διορίσθηκε, κάπος στην επαρχία Λεονταρίου. Το 1790 και σε ηλικία 20 χρονών παντρεύτηκε τη μικρότερη κόρη του προεστού του Ακόβου Καρούτσου και έζησε άλλα επτά χρόνια στον Άκοβο, όπου εγκατέστησε το σπιτικό του. Στο μεταξύ εντάχτηκε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και ειδικότερα στο σώμα του Ζαχαριά, όπου γρήγορα διακρίθηκε και έγινε πρωτοπαλίκαρο. Στη συνέχεια συγκρότησε δικό του σώμα και ανέπτυξε πλούσια δράση.

Μετά τους μεγάλους διωγμούς που εξαπέλυσαν οι Τούρκοι κατά της κλεφτουριάς κατέφυγε το 1810 στη Ζάκυνθο, όπου έμεινε με την οικογένειά του 15 χρόνια και υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό σαν ταγματάρχης σε Σύνταγμα Ελλήνων εθελοντών. Η θητεία του αυτή του δίδαξε πολλά για την στρατιωτική τέχνη, τα οποία και εφάρμοσε αργότερα στον πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Μετά τη διάλυση του Συντάγματος ασχολήθηκε με το εμπόριο. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από το φιλικό Πάγκαλο. Ως απεσταλμένος της στη Μάνη σήκωσε μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις 23 Μαρτίου 1821 τη σημαία της Επανάστασης στην Καλαμάτα και επικεφαλής πολλών άλλων αγωνιστών, την απελευθέρωσε.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του Αγώνα και σε πολλές κρίσιμες καμπές του αγώνα. Χαρακτηριστικά, η νίκη στο Βαλτέτσι το Μάιο 1821 ήταν η πρώτη μεγάλη νίκη και έσφιξε τον κλοιό της πολιορκίας της Τρίπολης. Η άλωση της Τριπολιτσάς (Σεπτέμβριος 1821), ήταν η πρώτη μεγάλη επιτυχία του απελευθερωτικού αγώνα και παγίωσε τη θέση των επαναστατών. Η καταστροφή της στρατιάς των 30.000 ανδρών του Δράμαλη πασά στα Δερβενάκια (Ιούλιος 1822), όπου ο Κολοκοτρώνης κινητοποίησε ακόμα και τους χωρικούς μετατρέποντάς τους σε τρομερούς αγωνιστές, εδραίωσε την επανάσταση στο Μοριά. Στις επιχειρήσεις αυτές πρυτάνευσαν η ευφυΐα, η διορατικότητα και η τόλμη του στρατηγικού του μυαλού.

Οι επιτυχίες αυτές έμελλαν να τον αναδείξουν στη συνέχεια σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου. Παράλληλα ο Κολοκοτρώνης άρχισε να συμμετέχει ενεργά και στην πολιτική, αφού εκλέχτηκε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και έγινε αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού, με πρόεδρο τον Μαυροκορδάτο.

Στη δύσκολη περίοδο του Εμφύλιου πολέμου ο Κολοκοτρώνης πολλές φορές προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στους αντιπάλους, μακριά από προσωπικές φιλοδοξίες και έχοντας πάντα σαν κεντρική του επιδίωξη την ομόνοια και ενότητα μεταξύ των Ελλήνων. Παρ’ όλα αυτά όμως έγινε στόχος μεθοδεύσεων και ραδιουργιών από την πλευρά μερικών κοτζαμπάσηδων και πολιτικών και τελικά δεν απέφυγε τις διώξεις και τη φυλάκιση.

Έσι, κατά την Β΄ Εθνοσυνέλευση το Μάρτιο-Απρίλιο του 1823 στο Άστρος, όπου και εκδηλώθηκαν οι πρώτες αντιθέσεις ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς, αποφασίστηκε μεταξύ άλλων η κατάργηση της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ψυχή της οποίας ήταν ο Κολοκοτρώνης, αλλά και του βαθμού του αρχιστρατήγου τον οποίο έφερε ο ίδιος. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε μείωση του φυσικού αρχηγού των στρατιωτικών σωμάτων και σηματοδότησε τη ρήξη ανάμεσα στο Μαυροκορδάτο, πρόεδρο του Εκτελεστικού, και τον Κολοκοτρώνη, ο οποίος παραιτήθηκε από αντιπρόεδρος. Στις 16 Νοεμβρίου του 1823 οπαδοί του διέλυσαν το Βουλευτικό.

Στη συνέχεια πολλά μέλη του που ήταν αντίθετοι στον Κολοκοτρώνη κατέφυγαν στο Κρανίδι, όπου όρισαν νέα κυβέρνηση υπό τον Υδραίο Γεώργιο Κουντουριώτη. Έτσι, στις αρχές του 1824 υπήρχαν δύο κυβερνήσεις, μία στην Τριπολιτσά υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και η άλλη υπό τον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι.

Το Μάρτιο του 1824 οι κυβερνητικοί στράφηκαν εναντίον των στρατιωτικών, κατέλαβαν την Ακροκόρινθο και την Τριπολιτσά και άρχισαν να πολιορκούν το Ναύπλιο το οποίο υπεράσπιζε ο Πάνος, γιος του Κολοκοτρώνη. Ο Κολοκοτρώνης αντιλαμβανόμενος ότι οι εξελίξεις απέβαιναν σε βάρος του ήλθε σε συνδιαλλαγή με τον Κουντουριώτη και παρέδωσε το Ναύπλιο με αντάλλαγμα τη χορήγηση αμνηστίας. Έτσι τελείωσε η πρώτη φάση του εμφυλίου πολέμου.

Η εμφύλια διαμάχη έμελλε όμως να συνεχισθεί, καθώς και οι δύο παρατάξεις (υπό τον Κουντουριώτη, από το ένα μέρος, και τον Ανδρέα Λόντο και τον Ανδρέα Ζαΐμη από το άλλο) επεδίωκαν να εξασφαλίσουν ηγετικό ρόλο στις στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις. Η μία πλευρά υπό τον Κολοκοτρώνη, τον Λόντο και το Ζαΐμη (που ήταν αρχικά αντίπαλοι του Γέρου) είχε την υποστήριξη πολλών Πελοποννήσιων στρατιωτικών και πολιτικών, ενώ με τον Κουντουριώτη συντάχθηκαν οι Ρουμελιώτες, Υδραίοι και Σπετσιώτες οπλαρχηγοί. Η άρνηση ορισμένων περιοχών της Πελοποννήσου να πληρώσουν στην κυβέρνηση φόρο αποτέλεσε την αφορμή για την έκρηξη της δεύτερης φάσης του εμφυλίου κατά την οποία σημειώθηκαν σφοδρές συγκρούσεις σε πολλές περιοχές της Πελοποννήσου.

Η άνανδρη δολοφονία του γιου του Πάνου, κλόνισε σοβαρά τον Κολοκοτρώνη, που αποφάσισε να παραδοδεί στις αρχές του Δεκεμβρίου του1824. Στις 6 Φεβρουαρίου του 1825 φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας μαζί με τους Δεληγιανναίους και τον Νοταρά.

Με τη δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην Ακρόπολη των Αθηνών από ανθρώπους του Γκούρα τερματίζεται η εμφύλια διαμάχη, αλλά η επανάσταση βρισκόταν σε μεγάλο κίνδυνο από την επέλαση του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο. Μετά την ηρωική θυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι, και ενώ δρόμος για την Τριπολιτσά ήταν πλέον ανοιχτός για τους εισβολείς, ο Κολοκοτρώνης πήρε αμνηστία από την Κυβέρνηση. Όμως η πρωτεύουσα του Μοριά έπεσε στα χέρια του Ιμπραήμ στις 11 Ιουνίου του 1825, παρά τις προσπάθειες του Γέρου και των άλλων οπλαρχηγών να τον συγκρατήσουν.

Στην κρίσιμη αυτή καμπή της επανάστασης ο Γέρος του Μοριά προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τον αγώνα, παρενοχλώντας τον εχθρό, στρατολογώντας αγωνιστές και φροντίζοντας για την επιμελητεία.

Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο μετά την επιδρομή του στην Στερεά Ελλάδα, ο Ιμπραήμ προσπάθησε να εξαφανίσει τις επαναστατικές εστίες που απέμεναν στο Μοριά. Ο Κολοκοτρώνης τότε εφάρμοσε τακτική ανταρτοπόλεμου, προξένησε μεγάλες απώλειες στο στρατό Ιμπραήμ φέρνοντάς τον σε δύσκολη θέση. Την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1827, όταν ο Αιγύπτιος πασάς άρχισε να πυρπολεί τα χωριά και τους αγρούς αναγκάζοντας τους κατοίκους να δηλώσουν υποταγή μπροστά στον κίνδυνο του λιμού (να «προσκυνήσουν»), ο Γέρος του Μοριά εξαπέλυσε τα παλικάρια του στα χωριά που δήλωσαν υποταγή και πότε με το καλό πότε με τη βία κατάφερε να κρατήσει τη φλόγα της επανάστασης.

Τα λόγια του ήχησαν τότε χαρακτηριστικά: “Φωτιά στα σπίτια και τσεκούρι στην περιουσία και το λαιμό εκείνων που κάνουν τα χατίρια των Τούρκων. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους !”. Και στα απομνημονεύματά του μάλιστα σημειώνει χαρακτηριστικά : «Μόνον εις τον καιρόν του προσκυνήματος εφοβήθηκα διά την πατρίδα μου».

Παρά τα ρωσόφιλά του αισθήματά ο Κολοκοτρώνης πάντα πίστευε πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την Ανεξαρτησία τους χωρίς τη βοήθεια των ξένων. Αντιμετώπιζε με δυσπιστία την ανάμειξή των ξένων στις εσωτερικές υποθέσεις της Ελλάδος, θεωρώντας πως γινόταν πρώτιστα για την εξυπηρέτηση τα ιδικών τους συμφερόντων. Από την άλλη πλευρά, εμφορούμενος από μεγάλη μεγαλοψυχία, συγχώρησε τους εχθρούς του, ακόμα και εκείνους που ευθύνονταν για το θάνατο συγγενών του και του γιου του.

Με την έλευση του Καποδίστρια ο Κολοκοτρώνης τάχθηκε ένθερμα υπέρ της πολιτικής του αν και διαφωνούσε με τον αυταρχικό τρόπο της εφαρμογής της. Επίσης πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την εκλογή του Όθωνα. Με την έλευση όμως του τελευταίου (30-1-1832) έγινε στόχος συκοφαντιών και ραδιουργιών εκ μέρους των πολιτικών του αντιπάλων με προεξάρχοντα τον Ι. Κωλέττη και αντιμετωπίστηκε με ψυχρότητα από τους Βαυαρούς που δεν μπορούσαν να του συγχωρήσουν τη φιλοκαποδιστριακή του τοποθέτηση.

Η σκευωρία που εξυφάνθη εναντίον του κατέληξε τελικά στο να κατηγορηθεί για εσχάτη προδοσία και να συλληφθεί στις 6 Σεπτεμβρίου 1833 μαζί με τον Πλαπούτα, το γιο του Γενναίο, τον Τζαβέλα, τον Νικηταρά και άλλους στρατιωτικούς με την κατηγορία ότι ετοίμαζαν συνομωσία εναντίον του ανήλικου βασιλιά Όθωνα και της κυβέρνησης.

Παρά τη γενναία στάση των δύο δικαστών Α. Πολυζωϊδη και Γ. Τερτσέτη, καταδικάσθηκε μαζί με τον Πλαπούτα σε θάνατο και φυλακίσθηκε στο Παλαμήδι σε ηλικία 63 ετών. Λίγο αργότερα η ποινή του μετατράπηκε σε 20ετή κάθειρξη. Τον Μάιο του 1835 μετά την ενηλικίωση του Όθωνα έλαβε χάρη και αποφυλακίσθηκε, εξουθενωμένος από τις άθλιες συνθήκες της φυλακής και τις ταπεινώσεις και σχεδόν τυφλός.

Τα μετέπειτα χρόνια ο Γέρος του Μοριά έζησε στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα της Ελλάδας, όπου ευτύχησε να γνωρίσει τη γενική αναγνώριση για την προσφορά του στον αγώνα. Έλαβε το βαθμό του στρατηγού, διορίσθηκε σύμβουλος Επικρατείας, τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Σωτήρος, ορίσθηκε μέλος της επιτροπής για την ανέγερση του Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος του Όθωνα. Φύσει ανιδιοτελής όμως, ποτέ δεν επεδίωξε προσωπικά οφέλη και ανταλλάγματα.

Κατά την περίοδο αυτή γράφτηκαν τα απομνημονεύματά του από το Γεώργιο Τερτσέτη καθ’ υπαγόρευση του ίδιου του Κολοκοτρώνη με τον τίτλο «Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836». Τα απομνημονεύματα αυτά εκδόθηκαν το 1846 και αποτελούν πολύτιμη μαρτυρία και ιστορική πηγή για τον επαναστατικό αγώνα.

Πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου 1843 από εγκεφαλική συμφόρηση, αμέσως μετά το γάμο του μικρότερου γιου του Κολίνου και ετάφη στο Α Νεκροταφείο Αθηνών. Φτωχός από υλικά αγαθά, αλλά πλούσιος από την αγάπη του απλού λαού και ευτυχής που πρόλαβε να δει την αγαπημένη του πατρίδα ελεύθερη. Μιας πατρίδας για την οποία αγωνίσθηκε σκληρά. Με αυταπάρνηση, μεγαλοψυχία, ήθος, όραμα και πίστη.

Στις 10 Οκτ. 1930 τα οστά του διακομίσθηκαν στο Μνημείο των Προκρίτων, δίπλα στην πλατεία Άρεως της Τρίπολης, για να τοποθετηθούν αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου 1993, σε ειδική κρύπτη στη βάση του ανδριάντα του, που τον αναπαριστά πάνω στο άλογό του και που αναγέρθηκε στο κάτω μέρος της πλατείας.

Σήμερα εκεί, στην πολυσύχναστη και ζωντανή αυτή πλατεία, οι διαβάτες και οι περιπατητές αμέριμνα προσπερνούν δίπλα από το μνημείο. Και γύρω του και κάτω του, μικρά παιδιά παίζουν ανέμελα τις Κυριακές. Αλλά υπάρχουν στιγμές, που από τα περήφανα βουνά του Μαινάλου που φαίνονται αντίκρυ, μια αύρα ανάλαφρη φυσσά. Μαζί μ’ ένα τραγούδι:

“Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά, κι ο ήλιος στα λαγκάδια,

έτσι λάμπει κι η Κλεφτουριά, οι Κολοκοτρωναίοι…

ethniki-afipnisi

Τιμόκλεια

«Η Τιμόκλεια Κατακρημνίζει το Λοχαγό του Αλεξάνδρου του Μέγα σε ένα Πηγάδι» (1659), Ελιζαμπέτα Σιρανί, Μουσείο του Καποντιμόντε, Νάπολη, Ρώμη.

Η Τιμόκλεια ήταν αδελφή του στρατηγού Θεαγένη, αρχηγού του στρατού της Θήβας στην μάχη της Χαιρώνειας. Μετά την επανάσταση των Θηβαίων εναντίον της Μακεδονικής φρουράς στην Καδμεία και την πολιορκία της Θήβας από τον Μέγα Αλέξανδρο, που είχε ως αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή της πόλης και τον σφαγιασμό των κατοίκων της, ο Αλέξανδρος είχε θέσει την τιμή και την περιουσία των κατοίκων της Θήβας στην διάθεση του στρατού και των συμμάχων του….

Ένας από τους αξιωματικούς του μπήκε στο σπίτι της Τιμόκλειας και αφού έκλεψε ότι μπορούσε σε χρήματα, την χρησιμοποιούσε σαν σκλάβα και την απειλούσε συνεχώς ότι θα την σκότωνε εάν δεν του παρέδιδε ό,τι τιμαλφή και οικογενειακά κειμήλια είχε.

Μία βραδιά, σαν τρελός από το μεθύσι πήρε το μαχαίρι και ζητούσε να την σκοτώσει διότι τον περιφρονούσε σαν να ήταν τιποτένιος. Με το μαχαίρι στο χέρι της ζητούσε να του πει που είχε κρυμμένα τα στολίδια της και τα κειμήλια του σπιτιού, διότι είχε μάθει πως ήταν αρχοντόσπιτο και είχε πολλούς θησαυρούς. Ανυπεράσπιστη και άοπλη η ορφανή κοπέλα δεν άντεξε πια και σκέφτηκε να τον ξεκάνει και να αποκαταστήσει την μνήμη του αδελφού της.

Έτσι την στιγμή που την φοβέριζε ο αξιωματικός, του είπε: Ναι, σου ανήκουν όλα, αφού πια τίποτα δεν μας έμεινε σε αυτή τη ζωή. Είχαμε πολλά κοσμήματα και χρυσά και αργυρά ποτήρια και νομίσματα αξίας. Όταν όμως έπεφτε η αγαπημένη Θήβα, είπα στις δούλες να τα μαζέψουν όλα και κατεβήκαμε βαθιά μέσα στο στερεμένο πηγάδι της αυλής μας και τα κρύψαμε, χωρίς να το μάθει κανείς….

Ο Μακεδόνας αξιωματικός τα άκουσε αυτά και ζήτησε να πάνε αμέσως στο πηγάδι να τα ξεθάψουν, χωρίς να λογαριάζει, ο χρυσολάτρης, ούτε τη νύχτα ούτε τον κίνδυνο. Η Τιμόκλεια δέχθηκε αμέσως τον πήγε στο πηγάδι, άνοιξε το σκέπασμα και τον κατέβασε, και αυτή από πάνω με το δαυλό του έδειχνε δήθεν την κρυψώνα, που ήταν ανύπαρκτη. Όταν βεβαιώθηκε πως ο βάρβαρος έφτασε στον πάτο και άρχισε νασκάβει, μαζί με τις δούλες της έρριξε μεγάλα πιθάρια και αφού τον κατακομμάτιασε τον παράχωσε. Στις άγριες και απειλητικές φωνές του από το βάθος, απαντούσε στερεότυπα:

Έτσι πεθαίνουν όσοι ζητούν να αρπάξουν τους θησαυρούς των ανθρώπων.

Συμβολική φράση μεγάλης σημασίας, που δεν σήμαινε μόνο τους υλικούς θησαυρούς, αλλά και τους ηθικούς, που σαν ιέρεια τους φύλαγε και τους τιμούσε κατάβαθα στην ψυχή της η Τιμόκλεια, στέκοντας στο ύψος του ηρωικού αδελφού της και στην περιωπή των οικογενειακών της παραδόσεων.

Ο Μέγας Αλέξανδρος έμαθε το έγκλημα της Τιμόκλειας. Έχασε τον καλύτερο αξιωματικό του, που ήταν θρακικής καταγωγής- για αυτό και είχε τόση βαρβαρότητα, έλεγαν- και είχε στην εξουσία του το πιο γενναίο ιππικό. Η Τιμόκλεια παρουσιάστηκε ατάραχη μπροστά στο Αλέξανδρο. Όταν αυτός είδε τα αυστηρά της χαρακτηριστικά του προσώπου της, το σοβαρό και αργό περπάτημά της, την άφθαστη αξιοπρέπεια και την ευγένειά της, την ρώτησε γιατί έκανε το έγκλημα. Και αυτή του είπε:

Είμαι αδελφή του του Θεαγένη, του μεγάλου στρατηγού, που πολεμώντας εναντίων σας στην Χαιρώνεια σκοτώθηκε ηρωικά στη μάχη, για να μην πέσουμε εμείς, οι συγγενείς και οι πατριώτες του, σε εξευτελισμό. Επειδή δε, έχουμε δοκιμάσει πολλά, ανάξια της καταγωγής και της ανατροφής μας, δεν φοβόμαστε τον θάνατο, διότι προτιμότερος είναι αυτός, από τα όσα άκουσα και έπαθα από τον βάρβαρο αξιωματικό σου μέσα στο τιμημένο σπίτι μου.

Η Τιμόκλεια η Θηβαία μιλώντας στον Μέγα Αλέξανδρο είπε το περιβόητο:

ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΠΗΓΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΤΙΜΗΜΕΝΟΙ.

Καθώς μιλούσε, οι παρισταμένοι Μακεδόνες δάκρυζαν και σφούγγιζαν τα μάτια τους. Ο Αλέξανδρος όμως έμεινε ασυγκίνητος, όχι διότι δεν του έκαναν εντύπωση τα λόγια και η γενναία πράξη της ευγενικής Θηβαίας, αλλά διότι το έργο της ήταν ανώτερο οίκτου, ηρωικό και μεγαλόψυχο.

Αμέσως παρήγγειλε να την προστατεύσουν από κάθε κακό και να την αφήσουν ελεύθερη, και αυτή και όλη την ένδοξη γενιά της, και να προσέχουν να μην συμβεί παρόμοιο κακό σε κανένα άλλο σπίτι. Η Τιμόκλεια ήταν αντάξια του αδελφού της και τιμήθηκε πολύ για την πράξη της.

http://mythiki-anazitisi.blogspot.gr

Γαλιλαίος Γαλιλέι – Ο πατέρας της αστρονομίας

Γεννημένος στην Πίζα της Ιταλίας το 1564 ο Γαλιλαίος Γαλιλέι, όπως είναι το πλήρες του όνομα, έμελλε να αλλάξει την υπόσταση της… επιστήμης δίνοντας της την μορφή που έχει μέχρι και σήμερα.

Απόγονος ευγενούς Φλωρεντινής οικογένεια ο Γαλιλαίος σπούδασε αρχικά Ιατρική, την οποία όμως πολύ σύντομα από την στιγμή που άρχισε να ασχολείται με την μελέτη της Φύσης αποκτώντας τον χαρακτηρισμό του πρώτου Φυσικού, την παράτησε. Οι απόψεις και οι ιδέες του όντας πραγματικά μπροστά από την εποχή του κατακτούσαν όλο και περισσότερο κοινό, έτσι σχετικά πολύ σύντομα κατόρθωσε να γίνει από τις πιο περιζήτητες προσωπικότητες της τότε κοινωνίας.

Βελτίωση του τηλεσκοπίου, κατασκευή θερμομέτρου και αναλογικού διαβήτη, ηλιοκεντρικό πλανητικό σύστημα, μελέτη των ουρανίων σωμάτων και πάνω από όλα μαθηματικοποίηση της φυσικής θεώρησης είναι μερικά μονάχα από όλα εκείνα που ο μεγάλος αυτός άνθρωπος της αναγέννησης μας άφησε παρακαταθήκη.

Είναι αυτά τα οποία των έφεραν στο χείλος της δικής του καταστροφής, αυτά που τον ανάγκασαν να γονατίσει και να απαρνηθεί τα λεγόμενα του μπροστά στο εκκλησιαστικό δικαστήριο της Ιεράς Εξέτασης που προσπάθησε να γυρίσει την ανθρωπότητα χίλια χρόνια πίσω.

Η ζωή του έληξε τη νύχτα μεταξύ 8ης και 9ης Ιανουαρίου του 1642 κατορθώνοντας να αφήσει το στίγμα του χαρακτηρίζοντας της επόμενες γενιές. Ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε την υποθετική-επαγωγική μέθοδο με την πειραματική-εμπειρική ξεκινώντας ουσιαστικά έναν νέο κύκλο για την επιστημονική ενασχόληση με τον Κόσμο. Το έργο και η ζωή του συνοψίζονται σε αυτή την μικρή φράση λιγότερο γνωστή από εκείνη: Και όμως κινείται.

«Δεν νιώθω υποχρεωμένος να πιστέψω πως ο ίδιος Θεός που μας προίκισε με αισθήσεις λογική και πνεύμα, μας προόριζε να απαρνηθούμε τη χρήση τους και με κάποιους άλλους τρόπους να μας δώσει τις γνώσεις που μπορούμε να αποκτήσουμε μέσω αυτών»

Ο Γαλιλαίος με τηλεσκόπιο δικής του κατασκευής παρατήρησε πρώτος τους κρατήρες, τα όρη και τις πεδιάδες στην επιφάνεια της Σελήνης. Ανακάλυψε ότι η Σελήνη στρέφει πάντα προς τη Γη το ίδιο ημισφαίριο της. Παρατήρησε τις ηλιακές κηλίδες, τον δακτύλιο του Κρόνου, χωρίς ωστόσο να μπορέσει να εξηγήσει ακριβώς την παρατήρησή του αυτή, αποκάλυψε την αστρική φύση του Γαλαξία μας και απέδειξε την ισχύ της ηλιοκεντρικής θεωρίας, παρατηρώντας τις φάσεις της Αφροδίτης και ανακαλύπτοντας 4 από τους δορυφόρους του Δία, την Ιώ, την Ευρώπη, το Γανυμήδη και την Καλλιστώ τους οποίους ονόμασε Μεδίκεια άστρα, προς τιμή του προστάτη του, Κόσιμο Β’ των Μεδίκων.

Οι παρατηρήσεις του αυτές αποτέλεσαν την αρχή του τέλους για την πεποίθηση, που υποστηριζόταν μέχρι τότε από το εκκλησιαστικό και επιστημονικό κατεστημένο, πως το Σύμπαν είναι τέλεια πλασμένο και πως η Γη είναι στο κέντρο του Σύμπαντος και αποτελεί μοναδικότητα: οι κρατήρες της Σελήνης και οι κηλίδες του Ήλιου, καθώς και το γεγονός ότι τέσσερα σώματα περιστρέφονταν γύρω από έναν άλλο πλανήτη, το Δία, αποτέλεσαν αποδείξεις για το αντίθετο.

Κύρια κατηγορία για την καταδίκη του Γαλιλαίου το 1633 ήταν η αθέτηση του Διατάγματος του Καταλόγου Απαγορευμένων που δημοσιεύτηκε στις 6 Μαρτίου του 1616. Σύμφωνα με αυτό, δόθηκε εντολή στον Γαλιλαίο να μην υποστηρίξει, ούτε να υπερασπιστεί, ούτε να διδάξει με οποιονδήποτε τρόπο την άποψη της ακινησίας του Ήλιου και της κίνησης της Γης.

Σύμφωνα με τον μύθο, ο Γαλιλαίος φεύγοντας από την Ιερά Εξέταση επέμεινε στην άποψη του αναφωνώντας «Και όμως γυρίζει«

Η φλογερή πατριώτης Μαντώ Μαυρογένους

Μέσα απο την ηθική έξαρση, τον ηρωϊσμό, την αυταπάρνηση για την πατρίδα και το μεγαλείο της επανάστασης 1821, αναδύεται η δαφνοστεφανωμένη μορφή της ακατάβλητης ηρωΐδας Μαντούς (Μαγδαληνής) Μαυρογένους.

Υπήρξε πρότυπο αυτοθυσίας, ανιδιοτέλειας, αγάπης για την πατρίδα και ενέπνευσε με το αδαμάντινο και ιδεοφόρο παράδειγμά της, στην παλιγγενεσία του έθνους, όχι μόνο τις ελληνίδες, αλλά και τις φιλέλληνες διανοούμενες της Ευρώπης.

Η Μαντώ θυσίασε στον αγώνα για τον εξοπλισμό του στόλου μας, αλλά και την δημιουργία τμήματος πεζικού, την πελώρια περιουσία της απο χρυσά νομίσματα και ακίνητα της εποχής, μα πάνω απο όλα τα δροσερά της νειάτα, αφού πάνω στις πολιτικές ίντριγκες των μικροπολιτικών της επανάστασης, προσέκρουσε και εθραύσθη η λεπταίσθητη υγεία της.

Για να λάβει τελικά άδικη αμοιβή απο την πατρίδα και να πεθάνει πάμπτωχη και λησμονημένη, αυτή η μεγάλη ελληνίδα αρχοντοπούλα, που το εμπνευστικό παράδειγμά της συνέγειρε ηθικά όλο τον πολιτισμένο κόσμο της εποχής και η έξοχη με την αχλύ της δόξας μορφή της, είχε περιβληθεί στις 24 πιο προβεβλημένες φυσιογνωμίες των επισημοτέρων αρχηγών της επανάστασης. Πως έχει όμως ο σύντομος, αλλά τόσο μεστός εθνικής ευπραξίας βίος της λαμπρής ελληνίδας;

Η Μαντώ γεννήθηκε το 1796 στο χωριό Μαρμαρά της Πάρου, απο γονείς αρχοντικής καταγωγής, που ήραν την ρίζες τους, στις προβεβλημένες οικογένειες των ελλήνων των παραδουνάβιων περιοχών. Ο πατέρας της ήταν αδελφός του περίφημου Νικολάου Μαυρογένη, επι πολλά έτη δραγουμάνου του στόλου (1770-1786) και εν συνεχεία ηγεμόνα της Βλαχίας (1786-1790). Και η μητέρα της ήταν γόνος επιφανούς κοινωνικά οικογένειας της Μυκόνου. Μεγάλωσε έτσι σε ένα προηγμένο πολιτισμικά και κοινωνικά περιβάλ-λον, που της χάρισε ευάγωγη παιδεία με ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αλλά και την γνώση ξένων γλωσσών.

Ηθικά εφόδια ασυνήθη για τις Ελληνοπούλες της εποχής, σε μια Ελλάδα που στέναζε απο το «βαρύν και απαραδειγμάτιστον ζυγόν» της οθωμανικής δουλείας. Ο πατέρας της Μαντούς ήταν εξέχον μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στους κόλπους της οποίας μύησε και την ίδια απο το 1820. Το ξέσπασμα της επανάστασης βρήκε την νεαρή Μαντώ – μια λυγερό-κορμη υψηλή κοπέλα, με ωραία μάτια και λεπταίσθητη όμως ιδιοσυγκρασία – στην Τήνο με τον θείο της ιερέα και Φιλικό παπα-Μαύρο, ο οποίος την εισήγε ακόμα πιο βαθιά στην μεγάλη υπόθεση της εθνεγερσίας και προσέφυγαν μαζί, στην γενέθλια γή της Μυκόνου.

Νοιώθοντας όμως η νεαρή αρχονοπούλα το ιερό χρέος έναντι της πατρίδας, παίρνει την μεγάλη απόφαση να προσφέρει όλη την περιουσία της στον αγώνα και να συνδράμει παράλληλα με όλη της την φυσική και ηθική της ικμάδα την επανάσταση. Η Μαντώ θα προσφέρει στον αγώνα 700.000 γρόσια, ποσό μαμούθ για την εποχή. Ενω το 1826, δεν θα διστάσει δίνοντας ένα ακόμα μάθημα ηθικού μεγαλείου, να εκποιήσει τα κοσμήματά της, προκειμένου αυτά να διατεθούν για την περίθαλψη 2.000 Μεσολογγιτών που σώθηκαν μετά την ηρωϊκή τους Έξοδο.

Εξοπλίζει έτσι καράβια με δικά της έξοδα και αποδύεται σε έναν πολυμέτωπο αγώνα για την ελευθερία. Πρώτο της μέλημα, να απάλλάξει τις Κυκλάδες απο τους πειρατές που τις καταλήστευαν και ασκούσαν ηθική τρομοκρατία στους επαναστατημένους Έλληνες, οι οποίοι περισσότερο απο ποτέ τότε, έπρεπε να βρούν ελεύθερους τους θαλάσσιους δρόμους, για να στηρίξουν ναυτικά τον αγώνα. Παράλληλα συγκροτεί πάλι ιδίοις εξόδοις σώμα πεζών και υπο την αρχηγία της, ανέλαβε την υπεράσπιση της Μυκόνου. Ενώ ακόμα συγκροτεί στόλο απο έξι πλοία που τον προσαρτά στα πλοία του μεγάλου μας ναυάρχου Τομπάζη, για να υποστηρίξει τις σπουδαίες ναυτικές του επιχειρήσεις.

Κατόπιν η φλογερή ελληνίδα που δονείται απο το ευγενές όραμα της ελευθερίας, συγκροτεί σώμα πεζικού, που αποτελούνταν απο 16 λόχους των πενήντα ανδρών και υπο την ηγεσία της, συμμετέχει στην εκστρατεία της Καρυστίας. Θα συμμετάσχει ακόμα σε πολύ κρίσιμες μάχες για την έκβαση του αγώνα στην Φθιώτιδα και την Λειβαδιά και στο Πήλιο παρα τω πλευρώ του Γρηγορίου Σάλα. Μετά την συμμετοχή της σ΄αυτές τις μάχες επανακάμπτει στην αγαπημένη της Μύκονο, όπου αποδύεται σε μια πολυσχιδή προσπάθεια τροφοδοσίας του στόλου μας.

Μέρα με την μέρα το ηρωϊκό πρότυπο θυσίας και ανιδιοτέλειας για την πατρίδα της Μαντούς, μεταδίδεται σαν τον άνεμο και η φήμη της σε σύντομο διάστημα εκσπάζει τα εθνικά σύνορα. Ο ευγενής αγώνας της συνεγείρει τις φιλέλληνες γυναίκες της Γαλλίας και της Αγγλίας και η Μαντώ εκμεταλλευόμενη την γλωσσομάθειά της, τους αποστέλει πατριωτικές επιστολές, μέσω των οποίων προσπαθεί να γονιμοποιήσει και να επεκτείνει τα αισθήματα πατριωτικής αλληλεγγύης τους. Έτσι όλη η Ευρώπη παραμιλά για την μεγάλη ελληνίδα, που θυσιάζει ολάκερη την περιουσία της και τα ολόδροσά της νειάτα, για να προστρέξει με όλες της τις δυνάμεις την υπόθεση της εθνεγερσίας.

Ωστόσο όμως είναι απορίας άξιον, πως την ίδια ώρα που η Μαντώ γίνεται πρότυπο θυσίας και ηρωϊσμού σε όλη την Ευρώπη, στην Ελλάδα στο εσωτερικό, η τεράστια πατριωτική συμβολή της, περνά απαρατήρητη απο τους «ιστορικούς» της εποχής, που μάλλον αποτυπώνουν τα ιστορικά γεγονότα με βάση τις οικονομικές ωφέλειες, που έχουν απο τους οπλαρχηγούς για να εξυπηρετήσουν τις πολιτικές τους σκοπι-μότητες, παρά με κριτήριο την αντικειμενική πραγματικότητα και την αληθινή προσφορά των αγωνιστών στο ΄21 !!!

Για την μεγάλη αυτή αδικία, αλλά και στρέ-βλωση συνάμα της ιστορικής μας πραγματικότητας, ο φιλέλληνας Jules το 1890 θα γράψει «Είναι απορίας άξιον πως τέτοια γυναίκα ελησμονήθη εντελώς, απο όλους τους έλληνες ιστορικούς». Το 1825 ωστόσο έχει κυκλοφορήσει στα γαλλικά το βιβλίο του φιλλέληνα T. Ginouvier υπο τον τίτλο «Mavrogenie ou L heroine de la Grece» (Μαυρογένους, μια ηρωΐδα της Ελλάδος», όπου με παραστατική ενάργεια ο γάλλος ιστορικός περιγράφει ακριβοδίκαια, τον πολύτροπο βίο της μεγάλης ελληνίδας, όπως τον διαισθάνθηκαν και με ηθική ένταση τον αποτύπωσαν, οι ρομαντικοί φιλέλληνες συγγραφείς της εποχής.

Η έκδοση αυτή γρήγορα θα εξαντληθεί και σύντομα θα επανεκδοθεί το 1826 στο Παρίσι, καθιστώντας το όνομα της Μαντούς ηθικά περίλαμπρο, σε όλους τους κύκλους της πολιτισμένης Ευρώπης. Θα ακολουθήσει και μια ακόμα έκδοση του βιβλίου, που αναδεικνύει την δίψα των ευρωπαίων για να γνωρίσουν την μεγάλη ελληνίδα το 1830. Απο την αυτοθυσία και την ανιδιοτέλεια για την πατρίδα της μεγάλης ελληνίδας, θα εμπνευστεί και ο μεγάλος ζωγράφος Adam Friedel και θα φτιάξει το πορτραίτο της, που την κάνει γνωστή σε όλη την Ευρώπη, περιλαμβανόμενο στα πορτραίτα των 24 προσωπογραφιών των επισημοτέρων αρχηγών της ελληνικής επανάστασης.

Που βρίσκει όμως η απελεύθερη απο τους Τούρκους Ελλάδα, την μεγάλη ηρωίδα; Με το πέρας της επανάστασης η Μαντώ εγκαθίσταται στο Ναύπλιο (κατά τον Λαμπρινίδη η Μαντώ καταγράφεται ως κάτοικος Ναυπλίου στην απογραφή του πληθυσμού το 1824, ως εξής : «Αριθ. 319, Κοκώνα Μαντώ, μετά του αδελφού της, του θείου της και των υπηρετών της. Εν όλω άτομα έξ»). Ο απαράμιλλος κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας – που θα λάβει και ο ίδιος άδικη αμοιβή απο την πατρίδα για τις πελώριες υπηρεσίες του στην εθνική ανασυγκρότησή της μετά την επανάσταση, πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος με την ίδια του τη ζωή – αισθανόμενος βαρύ το χρέος της Ελλάδας πρός την ακατάβλητη ηρωίδα, θα της αποδώσει τον τίτλο του αντισρατήγου.

Τον οποίον η Μαντώ είναι και η μοναδική Ελληνίδα που τον φέρει μέχρι σήμερα, και θα της αναθέσει ακόμα την εποπτεία του Ορφανοτροφείου που ιδρύει στην Αίγινα. Την περίοδο αυτή θα αναπτυχθεί και ένας φλογερός έρωτας μεταξύ του πρίγκιπα Δημήτριου Υψηλάντη και της Μαντούς που γοητεύεται τόσο απο την απαράμιλλη αυτοθυσία της και τον ηρωϊσμό της για την πατρίδα, όσο και απο την ομορφιά της, την οποία αναμφίβολα γονιμοποιεί η σπάνια για την εποχή μόρφωσή της και η ευρωπαϊκή της κουλτούρα.

Που ενώ για τον πρίγκιπα αποτελούν θέλγητρο και πόλο έλξης, για τις κοινωνικές υστερήσεις και στρεβλώσεις της μετεπαναστατικής Ελλάδας, ερμηνεύονται με κακοήθη τρόπο. Ο ενδεχόμενος ακόμα γάμος του πρίγκιπα Υψηλάντη με την ανηψιά του ηγέτη της Βλαχίας, ειναι προφανές ότι θα τον ισχυροποιήσει περαιτέρω πολιτικά – με την απόκτιση νέων ερεισμάτων στις Αυλές της Μολδοβλαχίας – και θα του ανοίξει ακόμα πιο πολύ το δρόμο, για την άνοδο στο στέμμα του νεότευκτου βασιλείου της Ελλάδος.

Το γεγονός αυτό θορυβεί μεγάλο τμήμα της πολιτικής μας τάξης, που πολλές φορές έχει αμαυρώσει στο εξωτερικό την εικόνα της αγωνιζόμενης να αποτινάξει τον ζυγόν της σκλαβιάς πατρίδος, με τις ίντριγκες και τις ηθικές της ασχμήμιες. Χαρακτηριστικές μάλιστα αυτών, η φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, η απόπειρα καταδίκης των υποδειγμάτων δικαστικού ήθους Τερτσέτη και Πολυζωίδη και πολύ περισσότερο βεβαίως η απεχθής και ολέθερια για τα συμφέροντα του έθνους δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Περισσότερο θορυ-βημένος όλων ο Ιωάννης Κωλέττης, εκπρόσωπος εν άλλοις των γαλλικών συμφερόντων στην Ελλάδα, του ατύπως λειτουργούντος «γαλόφιλλου» κόμματος. Προσπαθεί έτσι με κάθε τρόπο αφενός μεν να διαβάλλει στον Υψηλάντη την Μαντώ, αφετέρου να τον τρομοκρατήσει για την ζωή του, αν επιμείνει σ΄αυτήν την σχέση.

Στην χυδαία αυτή προσπάθειά του, δεν θα διστάσει να οργανώσει ακόμα και απαγωγή της Μαντούς απο το Ναύπλιο στην Μύκονο, αφού έχει προηγηθεί και η πυρπόληση του σπιτού της στο Ναύπλιο. Όμως καταλυτικό ρόλο στην τραγική εξέλιξη των γεγονότων, θα διαδραματίσει η βαρύτατα θραυσμένη υγεία του πρίγκιπα Υψηλάντη, που βιολογικά εξασθενημένος – θα πεθάνει άλωστε ένα χρόνο μετά – δεν μπορεί να αντιδράσει στην ενορχηστρωμένη επίθεση που δέχεται.

Έτσι παρακολουθεί αδύναμος να αλλάξει τον ρού των γεγονότων, κάτι που απο την Μαντώ, εκλαμβάνεται σαν «υπαναχώρηση» στην σχέση τους και την βυθίζει σε απέραντη θλίψη. Κοντά όμως στην ψυχολογική καταρράκωση της μεγάλης ελληνίδας, έχει εγκύψει και η σοβαρή οικονομική της ένδεια, μέχρις του σημείου να μην μπορεί να ανταπεξέλθει στα βιοποριστικά της έξοδα, που την ισοπεδώνει στην κυριολεξία ολοκληρωτικά.

Έτσι εγκαταλελειμμένη καταφεύγει σε συγγενείς της στην Πάρο, για να εξασφαλίσει ένα κομμάτι ψωμί. Μάλιστα υπάρχουν και αναφορές της Μαντούς πρός το Βουλευτικό, μέσω των οποίων ζητά απο την κυβέρνηση οικονομική βοήθεια για να ζήσει. Αρχικώς η κυβέρνηση εγκρίνει την παροχή βοηθείας «διά λόγον ευχαριστήσεως δια τας προς την Πατρίδαν και το Έθνος εκδουλεύσεις της κυρίας Μαντούς Μαυρογένη». Μεταγενέστερες εκκλήσεις της όμως για βοήθεια, θα απορριφθούν απο την έμπλεη απο μίσος εναντίον της κυβέρνηση Κωλέττη «να λάβη πρόνοιαν η Διοίκησις να εξοικονομήση και αυτήν δυστυχούσαν ήδη, δυστυχώς απερρίφθησαν μετά πολλών βαΐων» !!!

Ποιά όμως ζητούσε βοήθεια και είχε περιέλθει σε πενία, την οποία η Ελλάδα πεισματικά της αρνιόταν; Η αρχοντοπούλα της Βλαχίας, που είχε δωρήσει ολάκερη την μυθώδη περιουσία της στην πατρίδα, τα ολόδροσά της νειάτα και την ίδια της την ψυχή …. Κατάμονη και λησμονημένη θα πεθάνει στην Πάρο το 1840, απο τυφοειδή πυρετό. Ενταφιάστηκε με δημόσια δαπάνη στο προαύλιο της εκκλησίας της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής. Όμως με την ανακαίνιση της εκκλησίας αργότερα, θα καταστραφεί ο τάφος της, καθώς και τα καμπαναριά που σήμαναν τον θάνατό της. Μπορεί η Μαντώ να ήταν λησμονημένη και εγκαταλελειμμένη απο την πολιτεία, όχι όμως και απο τον απλό λαό.Που πάντοτε αναγνώρισε τις πολύτιμες και τιμημένες υπηρεσίες της στην πατρίδα.

Αλλά ας δούμε ένα ακόμα δείγμα υψηλού ήθους απο την μεγάλη ελληνίδα, αλλά και της κοινωνικής και πολιτικής εξαχρείωσης που επικρατούσε στην μετεπενα-στατική Ελλάδα και κατέτεινε στην καταλήστευση κάθε μορφής δημοσίου πλούτου. Με την απελευθέρωση του Ναυπλίου απο τους έλληνες και την παράδοση της πόλης, πολλά απο τα σπίτια των Τούρκων διοικητικών παραγόντων έβγαιναν στον πλειστηριασμό – με το τίμημα υπέρ του ελληνικού δημοσίου – και αγοράζονταν απο τους έλληνες που ήθελαν να αποκτήσουν σπίτι. Ένα απο αυτά τα σπίτια ήταν και του Αλή Μπέη και πήγε να το αγοράσει συμμετέχοντας στον πλειστηριασμό η Μαντώ Μαυρογένους.

Στην γενικότερη αναρχία που επικρατούσε στις στοι-χειώδης διοικτικές υπηρεσίες του αρτιγένητου ελληνικού κράτους, εμφανές είναι ότι επεχειρείτο αρκετές φορές καταδολίευση του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι και στα εκπλειστηριαζόμενα σπίτια των Τούρκων, οι διενεργούντες υπάλληλοι την διαδικασία των δημοπρασιών, επεδίωκαν να τα «ξεπουλάνε» όσο, όσο – πόσο διαχρονική και επίκαιρη αλήθεια με τα τεκ-ταινόμενα στις μέρες μας, ήταν αυτή η άθλια τακτική καταλήστευσης του δημόσιου πλούτου – αποκομίζοντας προφανώς και το «δώρο» τους απο τον οφελούμενο υπερθεματιστή στην δημοπρασία, ο οποίος εξαγόραζε τα σπίτια σε τιμές εξευτελιστικές, εις βάρος του δημόσιου συμφέροντος.

Ας καμαρώσουμε όμως παρακάτω το αδαμάντινο ήθος της μεγάλης Ελληνίδας, που όταν συνειδητοποιεί, ότι θα αγοράσει στη δημοπρασία το σπίτι του Αλή Μπέη σε τιμή πολύ κατώτερη της αξίας του, εις βάρος του συμφέροντος της πατρίδας, αντιδρά ακαριαία και επιβάλει η ίδια την επανάληψη της διαδικασίας, για να προασπίσει το συμφέρον του κράτους, εις βάρος του δικού της συμφέροντος, έστω και εαν η ίδια έχει δωρήσει στην Ελλάδα για τον αγώνα της εθνεγερσίας, 700.000 γρόσια !!!

Γράφει η Μαντώ Μαυρογένους για το γεγονός :

«Η ιδιοκτησία των εθνικών οσπιτίων, ονομαζόμενων Αλή Μπέη, προ ημερών επί δημοπρασίας επωλήτο, και εν ω εξ αρχής δεν εδίδοντο περισσότερον από τας τριάντα χιλιάδας γρόσια, εγώ εστάθηκα και την ανέβασα εις τον αριθμόν πενήντα μίας χιλιάδος, η οποία δημοπρασία εγίνετο πάντοτε έμπροσθεν των οσπιτίων και επαύξανον, και εγώ και οι άλλοι τυχόντες ερασταί των οσπιτίων και πάντοτε με ειδοποιούσαν και οι κήρυκες, και η δημοπρασίας επιτροπή και με παρρήγγελον να ετοιμάσω τα ήμισυ των γροσίων κατά το θέσπισμα της Διοικήσεως […].

Επειδή δε τα οσπίτια έκαμαν πολλάς ημέρας επάνω μου, δεν επ-αύξησε την ποσότητα κανείς, εν ω οι κήρυκες διαλαλούσαν, τόσον ήμην αμέριμνος και κατεγινόμενην να εύρω τα γρόσια και να πληρώσω το ήμισυ […]. Ταύτην δε την στιγμήν παρ’ ελπίδα μανθάνω, ότι εκ πρωίας άναψαν περί τον Αιγιαλόν την προσδιοριστικήν λαμπάδα και ετελείωσαν την πώλησιν αμέσως, χωρίς να με ιδεάση η επιτροπή κατά το σύνηθες, ήτις έκαμα τόσην ωφέλειαν εις το εθνικόν ταμείον και όχι ζημίαν.

Να γένουν, υπερτάτη, τοιαύται παρασκηναί και ραδιουργίες προς δοροδοκίαν της επιτροπής, προς όφελος του αγοραστού και προς ζημίαν του εθνικού ταμείου, είναι άτοπον μέγα, και έργον μη χαρακτηρίζον διοικούσαν μετ’ ευνομίας.

Όθεν αναγγέλω προς την υπεροχήν της, ότι επειδή η πώλησις αύτη έγινεν ατάκτως, αδίκως και παρανόμως, διά να θεραπευθή η αταξία και η παρανομία, να ακυρωθή η πώλησις και να αναφθή Δευτέρα λαμπάς, καθ’ ην παρευρισκομένη και εγώ να επαυξήσω, και εις όποιον σβύση η λάμπας, εκείνος να είναι κύριος των οσπιτίων, […].

Τη 4 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω, η Πατριώτις Μαντώ Μαυρογένη.

Και ας ανιχνεύσουμε απο μια επιστολή της πρός τον φιλέλληνα Μ. Ρεμπώ το 1821 όταν εκσπάζει η ελληνική επανάσταση, το φλογερό πάθος της Μαντούς για την ελευθερία της Ελλάδος και την απαρασάλευτη πίστη της στην υπόθεση της εθνεγερσίας, έστω και αν παραστεί ανάγκη να τα δώσει όλα. Την περιουσία, την ζωή και την τιμή της. Γράφει η Μαντώ στον Ρεμπώ :

«Δεν με νοιάζει τι θα γίνω αν είναι να λευτερωθεί η πατρίδα μου. Όταν θα έχω χρησιμοποιήσει όλα όσα μπορώ να διαθέσω για την ιερή υπόθεση της ελευθερίας, θα τρέξω στοστρατόπεδο των Ελλήνων για να τους ενθαρρύνω με την απόφασή μου να πεθάνω, αν χρειαστεί, για την ελευθερία.»

Αυτή ήταν η μεγάλη ελληνίδα Μαντώ Μαυρογένους, η απαράμιλλη αρχοντοπούλα που θυσίασε για την ελευθερία της Ελλάδος, τα υπάρχοντά της και όλη την ηθική και ψυχική της ικμάδα, για να λάβει καταπικραμένη την άδικη αμοιβή της εγκατάλειψης και της ηθικής λησμονιάς. Και μόνο ο λαμπρός κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, που με το υψηλό ηθικό και πολιτικό του κύρος είχε συναίσθηση της υψηλής υπηρε-σίας χρέους πρός την πατρίδα της Μαντούς, της απέδωσε την μεγαλυτέρα στρατιωτική τιμή του αντιστρατήγου της Ελλάδος, για να χτυπηθεί αλύπητα μετά η Μαντώ απο τις επακολουθήσασες κυβερνήσεις, ως αθώο θύμα των ανήθικων πολιτικών τους παιγνίων.

Το 1896 ο Θεόδωρος Blancard δημοσίευσε την βιογραφία της Μαντούς Μαυρογένους υπο τον τίτλο «Les Mayroyeni», την οποία με μια δόση λεπταίσθητης ειρωνείας αφιέρωνε : «εις τους Παρίους, Μυκονίους και Τηνίους, λιαν επιλήσμονας της δόξης των». Η βιογραφία συμπληρωμένη σε δυο τόμους, επανεκδόθηκε το 1909.Και προφανώς ο Blancard δεν αναφέρονταν στον απλό λαό των παραπάνω νησιών μας, αλλά στους πολιτικούς και τους διοικητικούς τους παράγοντες, που είχαν λησμονήσει την μεγάλη ηρωίδα της επανάστασης.

Μετέπειτα κυβερνήσεις μας, με διάφορες τιμητικές εκδηλώσεις, αφιερώματα και πρωτοβουλίες απεκατέσησαν την αδικία της πατρίδας πρός την Μαντώ, που εν των μεταξύ όμως είχε δρέψει τις δάφνες της παγκόσμιας αναγνώρισης, ως πρότυπο, ηθικής έξαρσης, αυτοθυσίας, πατριωτικής ανιδιοτέλειας και ηρωϊσμού.

Σ΄αυτά τα πλαίσια στο παρελθόν είχε κοπεί νόμισμα δυο δραχμών πρός τιμή της.Και το 1934 όταν σχεδιάστηκε το άλσος του «Πεδίου του Άρεως», με σκοπό να τιμηθούν οι Ήρωες της Επανάστασης του 1821, στην επονομαζόμενη οδό «Αγωνιστών του 21» του άλσους, στις 21 προτομές των μεγαλυτέρων ηρώων της επανάστασης, περιελήφθη και η προτομή της Μαντούς. Ακόμα ένα άγαλμά της έχει στηθεί στο παλιό λιμάνι της Πάρου, στη μέση της Πλατείας «Μαντούς».

Η Μαντώ Μαυρογένους υπήρξε πρότυπο ηθικής έξαρσης, αυτοθυσίας και ανιδιοτελούς πατριωτισμού. Η ελληνική πολιτεία καθυστέρησε όπως και με πολλούς άλλους μεγάλους πατριώτες, να τιμήσει και να αναβιβάσει στο ηθικό βάθρο που της άρμοζε την μεγάλη ελληνίδα. Είχε όμως αρχήθεν στην συνείδηση του ελληνικού λαού καταξιωθεί η Μαντώ, σαν ένα ατίμητο ηθικό πρότυπο πατριωτισμού και αυτοθυσίας.

Το εμπνευστικό παράδειγμά της, αποτελεί για όλες τις ελληνίδες και πολύ περισσότερο σήμερα που ο τόπος κλυδωνίζεται ατέρμονα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτισμικά, μια λαμπρή ηθική παρακαταθήκη, διαρκούς αγώνα εξόδου μας απο την κρίση και ηθικής ευημερίας. Και ίσως απο την ομώνυμη πλατεία της Πάρου, καθώς ατενίζει τα καταγάλανα νερά του Αιγαίου, που τόσο λάτρεψε και στα κύματά του, έδωσε όλη την ικμάδα της για την ελευθερία της πατρίδος, να περνούν σκέψεις απο το μυαλό της, σαν τα λόγια του αξεπέραστου κοινωνικού ανατόμου Μπέρτολτ Μπρέχτ :

Ποιός έκτισε την εφτάπυλη Θήβα

Στα βιβλία ονόματα βασιλιάδων αναφέρουν

Τις πέτρες και τα ξύλα ποιοί τα κουβάλησαν;

Το παρόν δοκίμιο είναι απόσπασμα απο το βιβλίο μου «Οκτώ γυναίκες πρότυπα ηθικής έξαρσης, αντίπερα στην κατάπτωση του μνημονίου».

*Ο συγγραφέας Πάνος Ν. Αβραμόπουλος, είναι M.Sc Δ/χος Μηχανικός Ε.Μ.Π.

Υπατία η Αλεξανδρινή

(370 – 415 μ.Χ)

Υπατία, σπουδαία φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος, έζησε στην Αλεξάνδρεια κατά το β ήμισυ του 4ου αιώνα και στις αρχές του 5ου μ.Χ. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της αποτέλεσε πρότυπο ηθικής, σύνεσης και σοφίας. Έζησε όμως σε μια εποχή βίας και θρησκευτικού φανατισμού και βρήκε φρικτό θάνατο από τους χριστιανούς της Αλεξάνδρειας.

Η Υπατία γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια γύρω στο 355μ.Χ. Ήταν κόρη του Θέωνα, ενός πολύ σημαντικού λογίου, μαθηματικού και αστρονόμου ο οποίος έκανε εξαιρετικά σχόλια στα έργα δύο παλαιοτέρων σπουδαίων αλεξανδρινών μαθηματικών και φιλοσόφων, του Πτολεμαίου και του Ευκλείδη. Ο Θέων ήταν ο τελευταίος λόγιος που καταγράφεται ως μέλος του Αλεξανδρινού Μουσείου.

Αξίζει να σημειώσουμε πως τόσο ο Θέωνας όσο και η κόρη του Υπατία, είχαν αλεξανδρινή υπηκοότητα, κάτι που εκείνη την εποχή ήταν δύσκολο κανείς να αποκτήσει, μιας και την υπηκοότητα την παραχωρούσε ο ίδιος ο βασιλιάς (σε περιορισμένο αριθμό ατόμων κυρίως Ελληνικής καταγωγής).

Έτσι λοιπόν δίπλα στον πατέρα της η Υπατία έλαβε εξαιρετική μόρφωση, την οποία ανέπτυξε και καλλιέργησε σε τέτοιο βαθμό, ώστε τελικά τον ξεπέρασε. Η ίδια συνέχισε το έργο του πατέρα της, διδάσκοντας φιλοσοφία, μαθηματικά και αστρονομία. Η φήμη της εξαπλώθηκε γρήγορα, έχοντας ως αποτέλεσμα, από όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας να καταφθάνουν στην Αλεξάνδρεια για να σπουδάσουν φιλοσοφία. Σε όλη της τη ζωή η Υπατία αποτέλεσε πρότυπο αρετής, εγκράτειας και σωφροσύνης. Αν και ήταν όμορφη, ποτέ της δεν ενδιαφέρθηκε για την ομορφιά του σώματός της. Ντυνόταν κόσμια και μέχρι το τέλος του βίου της, παρέμεινε παρθένα.

Η Υπατία ήταν σπουδαία νεοπλατωνική φιλόσοφος. Οι νεοπλατωνικοί ήταν ασκητικοί και παρέπεμπαν στον Πυθαγόρα, ο οποίος είχε διδάξει ότι η σοφία επιτυγχάνεται μέσω της αποχής. Αν και η Υπατία τηρούσε πιστά αυτές τις αρχές, δεν απαιτούσε από τους μαθητές της, που ήταν διαφόρων θρησκειών, ανάλογους περιορισμούς. Όπως κάθε φιλόσοφος της αρχαιότητας, έτσι και η Υπατία προσπαθούσε να βοηθήσει τους μαθητές της να αντιληφθούν την πραγματική ομορφιά της ζωής και την αληθινή γνώση.

Με την πνευματική της κατάρτιση, τη ρητορική της δεινότητα, την πολύπλευρη προσωπικότητά της και την ηθική της οντότητα η Υπατία κέρδισε την εκτίμηση και τον σεβασμό του λαού της Αλεξάνδρειας, καθώς και των αλεξανδρινών πολιτικών, οι οποίοι την επισκέπτονταν όταν αναλάμβαναν τα καθήκοντά τους.

4ος αιώνας. Ο διωγμός των Εθνικών!

Ο 4ος αιώνας χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια των αυτοκρατόρων, με εξαίρεση τον Ιουλιανό, να επιβάλουν τον χριστιανισμό ως κυρίαρχη θρησκεία στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Για το λόγο αυτό η νέα θρησκεία ήρθε αντιμέτωπη με τις υπόλοιπες θρησκευτικές και φιλοσοφικές τάσεις που υπήρχαν μέσα στο ρωμαϊκό κράτος. Ο νεοπλατωνισμός μάλιστα, αποτελούσε τον μεγαλύτερο «εχθρό», μιας και αποτελούσε την ποιο σοβαρή εναλλακτική λύση έναντι του Χριστιανισμού.

Έτσι οι αυτοκράτορες, με μια σειρά διατάξεων προσπάθησαν να περιορίσουν τις ελευθερίες λατρείας των εθνικών και στην συνέχεια με μια πληθώρα νομοθετημάτων στράφηκαν να εξαλείψουν την αρχαία ελληνική θρησκεία κλείνοντας τα ιερά, απαγορεύοντας τις θυσίες και αφαιρώντας τις περιουσίες τους. Προς το τέλος μάλιστα του 4ου αιώνα, οι ναοί των εθνικών άρχισαν να καταστρέφονται (ιδιαίτερα στην Ανατολή), ενώ η εθνική λατρεία ποινικοποιήθηκε. Μάταια, ο σπουδαίος ρήτορας και σοφιστής Λιβάνιος έκανε έκκληση στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο να μεριμνήσει, ώστε να εμποδιστούν οι φανατικοί χριστιανοί να καταστρέφουν τα ιερά των εθνικών.

Το 386 ο επίσκοπος Μάρκελλος της Απάμειας κατέστρεψε το ναό του Δία Βήλου στην Απάμεια, ενώ το 392 καταστράφηκε το Σεραπείο της Αλεξάνδρειας, ένας από τους σημαντικότερους ναούς της αυτοκρατορίας, από τον χριστιανικό όχλο, που καθοδηγείτο από τον πατριάρχη Θεόφιλο.

Η καταστροφή του Σεραπείου ήταν σημαντική γιατί κτίστηκε από τον Πτολεμαίο Α και συμβόλιζε την συνύπαρξη, την αλληλοκατανόηση και τον αλληλοσεβασμό των τριών σημαντικότερων πληθυσμιακών ομάδων της Αλεξάνδρειας, των Ελλήνων, των Αιγυπτίων και των Ιουδαίων. Έτσι, η ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία μπόρεσε να απορρίψει τελείως την κλασσική ελληνική παιδεία, γεγονός που έμεινε γνωστό με την ρήση «χείλη υμνούντα τον Χριστόν δεν δύνανται τον Δίαν να υμνήσουν».

Ο αυτοκράτορας Ουάλης (364-378), με αφορμή την αποκάλυψη μια υποτιθέμενης συνομωσίας για την ανατροπή του από εθνικούς, αποδύθηκε σε ένα «κυνήγι μαγισσών», εξαπολύοντας απηνή διωγμό, κυρίως εναντίον των εθνικών διανοούμενων. Για λόγους αυτοπροστασίας, πολλοί έκαψαν τα βιβλία και τις βιβλιοθήκες τους, αφού ήταν δυνατό να θεωρηθούν ότι κρύβουν μαγείες και επωδούς.

Τα θύματα των διωγμών ήταν πολλά, ενώ αρκετοί, για να αποφύγουν τυχών τιμωρία τους, διέφευγαν έξω από τα όρια της αυτοκρατορίας. Έτσι, το 391 τερματίσθηκε και η λειτουργία του Αλεξανδρινού Μουσείο, με το διάταγμα του Θεοδοσίου, το οποίο επέβαλλε την καταστροφή όλων των εθνικών ναών της πόλης.

Τα Έργα της

Με επιχειρήματα και δημόσια αναγνώριση και σεβασμό η Υπατία επισκίαζε κάθε αντίπαλο των Χριστιανικών δογμάτων της Βόρειας Αιγύπτου. Ήταν φημισμένη για το βάθος της γνώσης της και τη γοητεία της προσωπικότητάς της και αγαπημένη των πολιτών της Αλεξάνδρειας. Συχνά την καλούσαν ως σύμβουλο οι άρχοντες της πόλης.

Αν και τα γραπτά της καταστράφηκαν στην πυρκαγιά της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, μπορούμε να σχηματίσουμε μια εικόνα του περιεχομένου τους από τα σχόλια σύγχρονών συγγραφέων της . Η Υπατία έγραψε σχόλια για την Αριθμητική του Διόφαντου, επίσης για τον Αστρονομικό Κανόνα του Πτολεμαίου και ακόμα για τις Κωνικές Τομές του Απολλώνιου της Πέργα.

Τα περισσότερα από τα γραπτά της Υπατίας ξεκίνησαν σαν σημειώσεις για τους μαθητές της. Κανένα δεν έχει διασωθεί ολοκληρωμένο, αν και είναι πιθανό τμήματα του έργου της να έχουν ενσωματωθεί στις εκτενείς πραγματείες του Θέωνα. Μερικές πληροφορίες για τα επιτεύγματά της προέρχονται από δασωμένα γράμματα του μαθητή και φίλου της Συνέσιου του Κυρηναίου, που αργότερα έγινε ο πλούσιος και ισχυρός Επίσκοπος της Πτολεμαϊδας. Κάποτε ο Συνέσιος, Επίσκοπος και γνωστός για τη μόρφωσή του, της έγραψε ζητώντας τη βοήθειά της στην κατασκευή ενός αστρολάβου και ενός υδροσκοπίου, αναγνωρίζοντας τη μοναδική υπεροχή του νου της.

Το σημαντικότερο έργο της Υπατίας ήταν στην άλγεβρα. Έγραψε σχόλια στην Αριθμητική του Διόφαντου σε 13 βιβλία. Ο Διόφαντος έζησε και εργάσθηκε στην Αλεξάνδρεια τον τρίτο αιώνα και έχει ονομασθεί ‘πατέρας της άλγεβρας’. Ανέπτυξε τις απροσδιόριστες (ή Διοφαντικές) εξισώσεις, δηλαδή εξισώσεις με πολλαπλές λύσεις. (Ένα συνηθισμένο παράδειγμα προβλημάτων αυτού του τύπου είναι το πώς μπορούμε να μετατρέψουμε ένα κατοστάρικο σε νομίσματα χρησιμοποιώντας διαφορετικά νομίσματα, 50άρικα, 20άρικα κλπ.). Εργάσθηκε επίσης με δευτεροβάθμιες εξισώσεις. Τα σχόλια της Υπατίας περιελάμβαναν εναλλακτικές λύσεις και πολλά νέα προβλήματα που προέκυπταν σαν συνέπεια στα χειρόγραφα του Διόφαντου.

Η Υπατία έγραψε επίσης μια διατριβή Περί των Κωνικών του Απολλώνιου σε οκτώ βιβλία. Ο Απολλώνιος ο Πέργας ήταν ένας αλεξανδρινός γεωμέτρης του 3ου π.Χ. αιώνα, που προσπάθησε να εξηγήσει τις ασυνήθιστες τροχιές των πλανητών. Το κείμενο της Υπατίας ήταν μια εκλαΐκευση της εργασίας του. Όπως οι έλληνες πρόγονοί της, η Υπατία γοητευόταν από τις κωνικές τομές (τα γεωμετρικά σχήματα που σχηματίζονται όταν ένα επίπεδο τέμνει ένα κώνο). Μετά το θάνατό της, οι κωνικές τομές αγνοήθηκαν μέχρι την αρχή του 17ου αιώνα όταν οι επιστήμονες συνειδητοποίησαν ότι πολλά φυσικά φαινόμενα, όπως οι τροχιές πλανητών, περιγραφόταν με τον καλύτερο τρόπο με τις καμπύλες που προκύπτουν από κωνικές τομές.

Ο Θέων, ο πατέρας της Υπατίας, αναθεώρησε και εξέλιξε τα Στοιχεία της γεωμετρίας του Ευκλείδη και είναι η δική του έκδοση που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα. Πιθανότατα η Υπατία εργάσθηκε μαζί του σε αυτή την αναθεώρηση. Αργότερα έγραψε μαζί του τουλάχιστον μία διατριβή για τον Ευκλείδη.

Η Υπατία επίσης έγραψε τουλάχιστον ένα βιβλίο από την εργασία του Θέωνα για τον Πτολεμαίο. Ο Πτολεμαίος είχε συστηματοποιήσει όλη τη σύγχρονη μαθηματική και αστρονομική γνώση σε ένα έργο 13 βιβλίων, το οποίο μετριόφρονα ονόμασε Μαθηματική Πραγματεία. Άραβες Σχολαστικιστές το μετονόμασαν σε Almagest (‘Μέγα Βιβλίο”). Το σύστημα του Πτολεμαίου παρέμεινε το κυρίαρχο αστρονομικό έργο μέχρι τον Κοπέρνικο τον 16ο αιώνα. Οι πίνακες της Υπατίας για τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων, ο Αστρονομικός Κανών, ίσως ήταν μέρος των σχολίων του Θέωνα στον Πτολεμαίο, ή ήταν ξεχωριστό έργο.

Εκτός από τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά, η Υπατία είχε ενδιαφέρον για τη μηχανική και την πρακτική τεχνολογία. Τα γράμματα του Συνέσιου περιέχουν σχέδια για αρκετά επιστημονικά όργανα περιλαμβάνοντας έναν αστρολάβο (Ο αστρολάβος χρησιμοποιούταν για τη μέτρηση των θέσεων του άστρων, πλανητών και του ήλιου και για τον υπολογισμό της ώρας και του ανερχόμενου ζωδίου του ζωδιακού).

Η Υπατία ανέπτυξε ακόμα μια συσκευή για τη διύλιση του νερού, ένα όργανο για τη μέτρηση της στάθμης του νερού και ένα διαβαθμισμένο υδρόμετρο από μπρούτζο για τη μέτρηση της ειδικής βαρύτητας (πυκνότητας) ενός υγρού.

Η Υπατία ήταν ο τελευταίος Έλληνας Εθνικός επιστήμονας του δυτικού κόσμου και ο θάνατός της συνέπεσε με τα τελευταία χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και αφού από τότε δεν υπήρξαν σημαντικές πρόοδοι στα μαθηματικά, την αστρονομία και τη φυσική σε όλη τη Δύση για άλλα 1000 χρόνια, η Υπατία έγινε σύμβολο του τέλους της αρχαίας επιστήμης. Μετά την Υπατία ήρθε το χάος και ο βαρβαρισμός των Σκοτεινών Χρόνων.

Αρκετοί συγγραφείς μνημονεύουν τις διδασκαλίες της Υπατίας σαν Χριστιανικές στο πνεύμα. Πραγματικά, η Υπατία αφαίρεσε το πέπλο μυστηρίου με το οποίο είχε καλυφθεί αυτή η νέα θρησκεία, συζητώντας με τέτοια ευκρίνεια για τις πιο πολύπλοκες αρχές της ώστε πολλοί νεοφώτιστοι στη Χριστιανική πίστη εγκατέλειψαν το Χριστιανισμό για να γίνουν μαθητές της. Η Υπατία αποδείκνυε λογικά την παγανιστική καταγωγή της Χριστιανικής πίστης, αλλά και εξέθετε τα υποτιθέμενα θαύματα που οι Χριστιανοί πρόβαλαν σαν σημάδια “θείας προτίμησης”, αναλύοντας τους φυσικούς νόμους που διέπουν τα φαινόμενα.

Ο τραγικός θάνατος της Υπατίας

Κατά την περίοδο 412-415 αυτοκρατορικός έπαρχος της Αιγύπτου ήταν ο χριστιανός Ορέστης, ο οποίος όμως, όπως και άλλοι πολιτικοί επισκεπτόταν την Υπατία για να την συμβουλευτεί για θέματα πολιτείας, αλλά και για να παρακολουθήσει τα μαθήματά της. Στο πατριαρχικό θρόνο εν τω μεταξύ ο Κύριλλος διαδέχθηκε τον αποβιώσαντα Θεόφιλο.

Αμέσως ο Κύριλλος άρχισε έναν αγώνα για την «καθαρότητα της πίστης», εκδιώκοντας από την πόλη όλους τους μη ορθόδοξους χριστιανούς. Φυσικά αυτός ο διωγμός έλαβε χώρα και για την επέκταση της θρησκευτικής του δικαιοδοσίας στις υποθέσεις της κρατικής διοίκησης.

Πρώτα θύματα αυτής της τακτικής του ήταν οι Νοβατιανοί και κατόπιν η εβραϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας. Μόλις ο Ορέστης αντέδρασε, ορισμένοι μοναχοί υπό την παρότρυνση του Κυρίλλου αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, τραυματίζοντάς τον στο κεφάλι. Ο Ορέστης βρήκε στην Υπατία έναν σύμμαχο, αλλά το γεγονός αυτό μαζί με το ότι η Υπατία ήταν εκτιμώμενο πρόσωπο της πόλης, ανησύχησε τον Κύριλλο.

Προκειμένου λοιπόν να την κατηγορήσει και να την αποξενώσει από τον απλό λαό, ο Κύριλλος την κατηγόρησε ότι ασκούσε μαύρη μαγεία! Η κατηγορία της μαγείας άλλωστε για εκείνη την εποχή ήταν κύριο όπλο της χριστιανικής ελίτ κάθε φορά που επεδίωκε φυσική και ηθική εξόντωση κάποιου αντιπάλου της.

Την σαρακοστή λοιπόν του 415, ενώ η Υπατία επέστρεφε στην κατοικία της, μετά από τον συνηθισμένο περίπατό της στην πόλη, μια ομάδα χριστιανών (Παραβολάνοι ομάδα νεαρών που λειτουργούσαν ως στρατιωτικό σώμα του Πατριάρχη) την έσυραν στην εκκλησία Καισάρειον, όπου ξέσχισαν τα ρούχα της και κομμάτιασαν το σώμα της με όστρακα. Έπειτα, αφού έσυραν τα κομμάτια της σε ολόκληρη την πόλη, τα κάψανε στην πυρά έξω από την Αλεξάνδρεια, στην θέση Κίναρον.

Επίλογος

Παρά το μίσος των χριστιανών κατά της Υπατίας, στην ιστορία του πολιτισμού καταγράφτηκε ως η πρώτη γυναίκα που δίδαξε δημόσια και μάλιστα στο επιστημονικό πεδίο της υψηλής θετικής διανόησης, συμβολίζοντας την ελευθερία της σκέψης και του λόγου, στοιχεία που ερχόντουσαν αντίθετα με τις διδαχές του χριστιανισμού και ιδιαίτερα εκείνης της πρωτοχριστιανικής κοινωνίας που έβλεπε την τυφλή υποταγή και την βία ως μοναδική διέξοδο προς το Θείο. Η ιστορία της Υπατίας πρέπει να διδάξει όλους μας, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας και εθνικότητας.

Πριν ξεστομίσουμε την κλασσική ρήση του νεοέλληνα «έτσι τα βρήκα, έτσι θα πάω», σκεφτείτε! Θυμηθείτε τους διωγμούς των προγόνων μας και δείτε τον χριστιανισμό απλά ως μία ακόμη θρησκεία αυτού του πλανήτη. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο. Αυτά, για όσους νομίζουν πως «τζιχάντ» (=ιερός πόλεμος) συμβαίνει μόνο στον καιρό μας από ακραίους ισλαμιστές!

Η Υπατία ήταν ένα πρόσωπο που χώριζε την κοινωνία σε δύο μέρη:

αυτούς που την θεωρούσαν θαύμα του φωτός…

και αυτούς που την έβλεπαν σαν απόστολο του σκότους…”

(Elbert Hunnard)

Η σκοτεινή πλευρά της Δούκισσας Πλακεντίας

Τα μυστικά της και ο πύργος με τα περίεργα «συμπόσια»

Ένα μεγάλο μυστήριο πλανιέται σαν… φάντασμα εδώ και πάνω από 150 χρόνια πάνω από την Αττική γη: το μυστήριο της Σοφί ντε Μαρμπουά-Λεμπρέν ή, όπως είναι ευρύτερα γνωστή, Δούκισσα της Πλακεντίας.

Ήταν Αμερικανίδα (γαλλικής καταγωγής) και κόρη γάλλου διπλωμάτη. Γεννήθηκε το 1785 στη Φιλαδέλφεια και μεγάλωσε στις ΗΠΑ. Από πολύ νωρίς έγινε γνωστή για τις μεγάλες της γνώσεις και μόρφωση, αλλά και για την τάση της να εξερευνά το μυστήριο. Αργότερα παντρεύτηκε τον γάλλο στρατηγό Σαρλ Λεμπρέν, Δούκα της Πλακεντίας.

Μαζί του απέκτησε μια κόρη, την Ελίζα και αργότερα μετά τον χωρισμό τους, εγκαταστάθηκε με το παιδί της στην Ελλάδα, αγωνιζόμενες και οι δύο για την ελληνική επανάσταση του 1821.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας είχε προηγουμένως γνωριστεί με τον Ιωάννη Καποδίστρια – τότε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας- και το 1829, όταν πια εκείνος ήταν κυβερνήτης του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους, εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Την περίοδο εκείνη, όπως αναφέρει σε χθεσινό δημοσίευμά της η εφημερίδα Ελεύθερη Ώρα, προέκυψε το μεγάλο μυστήριο.

Το 1831, οι Μαυρομιχαλαίοι σκότωσαν στο Ναύπλιο τον Καποδίστρια. Τότε η Δούκισσα τύπωσε φυλλάδιο, με το οποίο συνέχαιρε τα αδέλφια για τον φόνο του κυβερνήτη, αποκαλώντας τον… «αηθή» και τους υπερασπίστηκε. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υπέθεσαν ότι ουσιαστικά πίσω από η δολοφονία του βρισκόταν εκείνη.

Ακόμα μεγαλύτερο μυστήριο προέκυψε περί το 1836, όταν στη διάρκεια ενός ταξιδιού στη Βηρυττό, πέθανε ξαφνικά, σε νεαρή ηλικία, η κόρη της Δούκισσας, η Ελίζα. Ήταν τόση η θλίψη της για το χαμό της ώστε δεν μπόρεσε να αποδεχτεί ποτέ εκείνο το γεγονός! Και έτσι, αποφάσισε, σύμφωνα με το δημοσίευμα, να «εκδικηθεί» τον Θεό, επειδή θεώρησε ότι δεν προστάτεψε την κόρη της. Και γι’ αυτό απαρνήθηκε τη χριστιανική της πίστη.

Με την επιστροφή της στην Ελλάδα, ταρίχευσε το πτώμα της κόρης της και το έβαλε μέσα σε γυάλα, όπου είχε χαμηλή θερμοκρασία, προκειμένου αυτό να παραμένει σχετικά άφθαρτο. Το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι φερόταν στο άψυχο κορμί του παιδιού της σαν να ήταν ζωντανή ενώ δεν είχε ανακοινώσει σε κανέναν το θάνατό της.

Αυτή η ιστορία κράτησε πάνω από 10 χρόνια. Μέχρι δηλαδή την πυρκαγιά που ξέσπασε στο υπόγειο του σπιτιού της Δούκισσας, στις 19 Δεκεμβρίου του 1847, η οποία και αποτέφρωσε εντελώς το βαλσαμωμένο κορμί της κόρης της. Έκτοτε και μέχρι το θάνατό της, το 1854, έγινε ακόμα πιο απόμακρη από τον κόσμο και πολύ πιο παράξενη, ενώ σταμάτησε να δέχεται επισκέψεις και απομονώθηκε τελείως στον εαυτό της.

Δήλωνε πλέον αντίχριστη και έφτασε στο σημείο να ασπαστεί επίσημα τον εβραϊσμό και να μελετάει τα ιουδαϊκά γραπτά, ιδιαίτερα το Ταλμούδ. Με τα χρήματά της βοήθησε την εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα της Ελλάδας και χρηματοδότησε τις ανασκευές πολλών συναγωγών όπως για παράδειγμα εκείνη της Χαλκίδας. Την ίδια περίοδο πολεμούσε σκληρά τον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας, τον Όθωνα και τη βασίλισσα Αμαλία, στρώνοντας διάφορες πλεκτάνες και μηχανορραφίες εναντίον τους.

Το μέγαρό της, πάνω στην Πεντέλη, έγινε επίκεντρο τεράστιου ενδιαφέροντος. Κι αυτό διότι εκεί η Δούκισσα μάζευε μερικές φορές την εβδομάδα τους πολύ παράξενους φίλους της και κλείνονταν όλοι μαζί στον πύργο, όπου πραγματοποιούσαν τα μυστηριώδη τους «συμπόσια».

Ο δύστροπος χαρακτήρας της και η περιθωριακή της συμπεριφορά, σε συνδυασμό με τις νέες της παρέες, οδήγησαν τον κόσμο στο να την θεωρήσει ότι επιδίδεται σε σατανολατρείες κλπ ενώ παράλληλα υπήρχαν ψίθυροι για τις σχέσεις της με διάφορους ληστές της εποχής που δρούσαν εκείνη την περίοδο στην Αττική.

Πασίγνωστα άλλωστε είναι όσα κατά καιρούς έχουν ειπωθεί για τη σχέση της με τον λήσταρχο Νταβέλη. Επρόκειτο για μια ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο τόσο περίεργες φιγούρες ή μήπως ο δεσμός τους έφτανε ακόμα μακρύτερα και ήταν καθαρά πνευματικός – υπερφυσικός; Στον πύργο της Δούκισσας κρύβονται πάρα πολλά μυστικά ακόμη και σήμερα…

Η προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις 24/02/1821 και ο αφορισμός του

Η προκήρυξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις 24/02/1821 και ο αφορισμός του.

Στις 22 Φεβρουαρίου του 1821 ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πέρασε τον ποταμό Προύθο μαζί με τους αδελφούς του Νικόλαο και Γεώργιο και, δυο μέρες αργότερα φτάνοντας στο Ιάσιο, απεύθυνε ενθουσιώδη προκήρυξη προς τους Έλληνες τονίζοντας την ανάγκη σε θυσίες που θα χρειαστεί ο αγώνας και την ασημαντότητα των θυσιών αυτών μπροστά στο αγαθό της ελευθερίας εκδίδοντας την κάτωθι προκήρυξη:

Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος

Η ώρα ήλθεν, ω Άνδρες Έλληνες! Πρό πολλού οι λαοί της Ευρώπης, πολεμούντες υπέρ των ιδίων Δικαιωμάτων και ελευθερίας αυτών, μας επροσκάλουν εις μίμησιν, αυτοί, καίτοι οπωσούν ελεύθεροι, επροσπάθησαν όλαις δυνάμεσι να αυξήσωσι την ελευθερίαν, και δι’ αυτής πάσαν αυτών την Ευδαιμονίαν.

Οι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι, οι Σέρβοι, οι Σουλιώται, και όλη η Ηπειρος, οπλοφορούντες μας περιμένωσιν» ας ενωθώμεν λοιπόν με Ενθουσιασμόν! η Πατρίς μάς προσκαλεί!

Η Ευρώπη, προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας, ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα Όρη τής Ελλάδος από τον Ήχον τής πολεμικής μας Σάλπιγγος, και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των Αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάση τας ανδραγαθίας μας, οι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγει απ’ έμπροσθέν μας.

Οι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ενασχολούνται εις την αποκατάστασιν της ιδίας ευδαιμονίας» και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των Προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.

Ημείς, φαινόμενοι άξιοι της προπατορικής αρετής και του παρόντος αιώνος, είμεθα Εύελπεις, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και βοήθειαν» πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθήτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν Κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς, οίτινες, παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα Νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς» ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνημα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή!

Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας Βραχίονας; ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Οι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι οι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! ενωθήτε λοιπόν, ω ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! ας σχηματισθώσι φάλαγκες εθνικαί, ας εμφανισθώσι Πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους Κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας Σημαίων! Εις την φωνήν της Σάλπιγκός μας όλα τα παράλια του Ιωνίου και Αιγέου πελάγους θέλουσιν αντηχήση» τα Ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ ειρήνης ήξεραν να εμπορεύωνται, και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μάχαιραν, την φρίκην και τον θάνατον…

Ποία Ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματομένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη Σεις ω Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ω φίλοι Συμπατριώται, ευσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε με μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.

Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω Συμπατριώται, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν! ίδετε εδώ τους Ναούς καταπατημένους! εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας! τους οίκους μας γεγυμνωμένους, τον αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα!

Είναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον Ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον να υψώσωμεν το σημείον, δι’ ου πάντοτε νικώμεν! λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την Ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασε-βών Καταφρόνησιν.

Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, όστις ανδρειοτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος, και ωφελιμοτέρως την δουλεύση. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους Δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην Βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις…

Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπό-σχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ’ αυτήν παν αγαθόν.

Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι Ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας» Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσε τας αηττήτους φάλαγκας ενός τυράννου.

Με την Ένωσιν, ω Συμπολίται, με το προς την ιεράν Θρησκείαν Σέβας, με την προς τους Νόμους και τους Στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος, αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους Ηρωικούς αγώνας μας, αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής» τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και Ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδότων, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.

Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί!

Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.

Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς Μάς Προσκαλεί!

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Την 24ην Φεβρουαρίου 1821, Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου

Σπάρτακος – Ο Θρυλικός Επαναστάτης

Ο Σπάρτακος ήταν μονομάχος θρακικής καταγωγής, που ηγήθηκε μεγάλης επανάστασης δούλων και άλλων κοινωνικώς καταπιεσμένων ατόμων εναντίον των Ρωμαίων. Σχεδόν όλες οι γνώσεις μας για τον Σπάρτακο περιορίζονται στα γεγονότα της επανάστασης που ηγήθηκε (73π.κ.ε. – 71 π.κ.ε.), γνωστής και ως Επανάσταση του Σπάρτακου ή Επανάσταση των Μονομάχων.

Η επανάσταση του Σπάρτακου είναι μία από τις μεγαλύτερες και μαζικότερες της αρχαιότητας. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την τραγική της κατάληξη, ενέπνευσε πολλά κινήματα αλλά και διανοούμενους και καλλιτέχνες κατά τη διάρκεια των αιώνων, πολλοί εκ των οποίων ερμήνευσαν ποικιλοτρόπως το χαρακτήρα της επανάστασης, άλλοι δε χρησιμοποίησαν και το όνομα του Σπάρτακου για να δηλώσουν τη ριζοσπαστικότητα των ενεργειών τους.

Πηγές για τον Σπάρτακο και την επανάσταση αποτελούν ο Πλούταρχος στον βίο «Μάρκος Κράσσος», ο Γάιος Κρίσπος Σαλλούστιος στα περισωθέντα τμήματα του έργου του Historia, το έργο Rerum Romanorum libri IV (ή Epitome de Gestis Romanorum) του Γάιου Ανναίου Ιούλιου Φλώρου, και του Αππιανού το Εμφυλίων Α΄-Ε΄.

Οι Μαίδοι (η φυλή του Σπάρτακου) και οι υπόλοιπες Θρακικές φυλές: Για τον πρότερο βίο τού Σπάρτακου ελάχιστα είναι γνωστά. Οι λίγες πληροφορίες που αντλούμε από τις πηγές είναι συχνά αντιφατικές. Όσον αφορά στην καταγωγή του, οι περισσότεροι ιστορικοί υιοθετούν την πληροφορία του Πλουτάρχου που προσδίδει στον Σπάρτακο θρακική καταγωγή από το γένος των Μαιδών (ή Μαίδων ή Μαιδοβιθυνών, θρακικής φυλής στις όχθες του Στρυμόνα).

Επίσης έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο ηγέτης των σκλάβων ήταν αριστοκρατικής καταγωγής επειδή αρκετοί Θράκες βασιλείς έφεραν το όνομα Σπάρτακος ή Σπάρτοκος. Αμφίβολο παραμένει επίσης το πώς βρέθηκε στην κατάσταση του μονομάχου. Οι επικρατέστερες απόψεις τον θέλουν είτε αιχμάλωτο πολέμου από τη σύγκρουση των Ρωμαίων με τη θρακική δυναστεία των Σπαρτακιδών, αρχικά δούλο σε ορυχείο ο οποίος κατόπιν πουλήθηκε σε ιδιοκτήτη σχολής μονομάχων, είτε μισθοφόρο στον ρωμαϊκό στρατό, απ’ όπου λιποτάκτησε, αλλά τελικά συνελήφθη και κατέληξε στη σχολή μονομάχων του Γναίου Λέντουλου Βατιάτου (Gnaeus Lentulus Batiatus) στην Καπύη της Καμπανίας.

Η Επανάσταση των Σκλάβων. Έναρξη της Επανάστασης: Η πόλη της Καπύης ήταν περίφημη για τις σχολές μονομάχων που φιλοξενούσε, οι περισσότεροι των οποίων ήταν γαλατικής και θρακικής καταγωγής. 200 σκλάβοι, μεταξύ αυτών και ο Σπάρτακος, κατέστρωσαν ένα σχέδιο απόδρασης που όμως διέρρευσε. Ωστόσο μερικές δεκάδες μονομάχων (78 κατά τον Πλούταρχο, 70 κατά τον Αππιανό, 50 κατά τον Κικέρωνα, περί τους 30 κατά τον Φλώρο) κατάφεραν να δραπετεύσουν (73 π.κ.ε.), χρησιμοποιώντας ως όπλα μαγειρικά σκεύη.

Στο δρόμο λήστεψαν μια εφοδιοπομπή που μετέφερε οπλισμό μονομάχων σε κάποια άλλη πόλη. Έπειτα κατέφυγαν στις πλαγιές του Βεζούβιου, απ’ όπου διενεργούσαν επιδρομές λεηλατώντας τα γειτονικά κτήματα. Ο Σπάρτακος αναδείχθηκε σε αρχηγό τους, ενώ από τους υπόλοιπους ξεχώρισαν οι Γαλάτες Κρίξος και Οινόμαος.

Ο αριθμός των επαναστατών άρχισε να μεγαλώνει καθώς στις τάξεις τους προσχωρούσαν δούλοι, άποροι και κατατρεγμένοι, μεταξύ αυτών και πλήθος γυναικοπαίδων. Ο Σπάρτακος και οι μονομάχοι-σύντροφοί του ανέλαβαν να εκπαιδεύσουν τους οπαδούς τους κι έτσι γύρω από τον πυρήνα τον μονομάχων δημιουργήθηκε, σε λίγες εβδομάδες, ένας μικρός στρατός. Οι πρώην δούλοι εκτελούσαν επιδρομές και επιθέσεις εναντίον ολιγομελών ομάδων ταξιδιωτών, αποκομίζοντας στρατιωτικό οπλισμό με τον οποίο αντικαθιστούσαν τον οπλισμό των μονομάχων που τον θεωρούσαν υποτιμητικό.

Οι Ρωμαίοι αρχικά αντέδρασαν με νωθρότητα, θεωρώντας ότι πρόκειται για ακόμα μία από τις πολλές μικροεξεγέρσεις δούλων. Έτσι έστειλαν εναντίον τους έναν στρατό 3.000 βιαστικά στρατολογημένων και ανεπαρκώς εκπαιδευμένων ανδρών υπό τον πραίτορα Γάιο Κλαύδιο Γλάβρο ή Πούλχρο (Gaius Claudius Glaber). Εξάλλου ο κύριος όγκος των δυνάμεών τους ήταν απασχολημένος σε μέτωπα μακριά από την Ιταλία. Ο Πομπήιος (Gnaeus ή Cnaeus Pompeius Magnus) προσπαθούσε να καταστείλει την επανάσταση του Σερτώριου στην Ισπανία και ο Λούκουλος (Marcus Terentius Varro Lucullus) μαχόταν εναντίον τού βασιλιά τού Πόντου Μιθριδάτη στην ανατολή.

Ο στρατός του πραίτορα εγκλώβισε τους επαναστάτες σε μια απότομη πλαγιά του Βεζούβιου. Αυτοί όμως με μια παράτολμη ενέργεια καταρριχήθηκαν από την απόκρημνη και αφύλαχτη πλευρά με τη βοήθεια αυτοσχέδιων σχοινιών από κλήματα. Ακολούθως αιφνιδίασαν και εξολόθρευσαν το σύνολο σχεδόν των Ρωμαίων μαζί με τον διοικητή τους. Παρόμοια τύχη είχε και μια μεγαλύτερη δύναμη υπό τον πραίτορα Πόπλιο Βαρίνιο (Publius Varinius).

Οι υποδιοικητές του έπεσαν στο πεδίο της μάχης, ο ίδιος μόλις και μετά βίας διέφυγε και το ρωμαϊκό στρατόπεδο λεηλατήθηκε. Από αυτές τις νίκες ο στρατός των εξεγερμένων αποκόμισε πλήθος λαφύρων και κυρίως στρατιωτικό οπλισμό. Μέχρι την άνοιξη του επόμενου χρόνου (72 π.κ.ε.) ο Σπάρτακος είχε καταστεί κύριος της Καμπανίας, λεηλατώντας παραλιακές πόλεις της περιοχής. Μάλιστα το Μεταπόντιο καταστράφηκε ολοσχερώς. Οι τάξεις των δούλων τώρα πυκνώνουν με μεγαλύτερο ρυθμό, φτάνοντας τις 70.000 κατά τον Αππιανό. Μάλιστα συγκροτείται και πολυάριθμο ιππικό από τους βοσκούς και τους ζωοκλέφτες της Λευκανίας.

Γενίκευση της Επανάστασης – Πορεία προς τις Άλπεις: Κατόπιν τούτου οι Ρωμαίοι αντελήφθησαν ότι είχαν να αντιμετωπίσουν έναν καλά εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό και έστειλαν εναντίον των δούλων τους υπάτους Γέλλιο Ποπλικόλα (Lucius Gellius Publicola) και Λέντουλο Κλαυδιανό (Gnaeus Cornelius Lentulus Clodianus) με δυνάμεις δύο λεγεώνων έκαστος, καθώς και ένα ισχυρό επικουρικό σώμα υπό τον Κόιντο Άρριο.

Εν τω μεταξύ, ο μεγάλος αριθμός των επαναστατών οδήγησε αναπόφευκτα σε διάσπαση. Επίσης ο Σπάρτακος ήθελε να αποφύγει ανοιχτή μάχη με τα σαφώς πιο οργανωμένα και πειθαρχημένα ρωμαϊκά στρατεύματα και να οδηγήσει τους οπαδούς του σε τμήματα προς τον Βορρά απ’ όπου θα μπορούσαν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους (Γαλατία, Γερμανία, Βαλκάνια κ.α.). Ήξερε ότι ο στρατός του δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τις ρωμαϊκές λεγεώνες επί ίσοις όροις και πως όταν η Ρώμη, μετά την αρχική της νωθρότητα και απραξία, αποφάσιζε να αντιδράσει, η αντίδρασή της θα ήταν αστραπιαία και αμείλικτη.

Έτσι βιαζόταν να εξέλθει από τη ρωμαϊκή επικράτεια. Δεν συμμερίζονταν όμως όλοι οι επαναστάτες τις ανησυχίες του Σπάρτακου. Ένα μεγάλο τμήμα 30.000 ανδρών, κυρίως κελτικής και γερμανικής καταγωγής ακολούθησε εντελώς δική του πορεία υπό τον Κρίξο λεηλατώντας μικρές πόλεις και αγροκτήματα της Απουλίας χωρίς να δείχνει διάθεση να απομακρυνθεί από την Ιταλία.

Ο Γέλλιος έσπευσε να τους αντιμετωπίσει σε ανοικτή μάχη κοντά στη σημερινή Foggia και παραδόξως αρχικά ηττήθηκε χάνοντας μάλιστα και το στρατόπεδό του, που έπεσε στα χέρια των αντιπάλων του. «Μεθυσμένοι» από την επιτυχία τους οι πρώην σκλάβοι επιδόθηκαν σε ένα όργιο κάθε είδους απολαύσεων και καταχρήσεων με αποτέλεσμα σύντομα να καταστούν ανίκανοι να πολεμήσουν. Όταν λοιπόν ο Γέλλιος αντεπιτέθηκε, η μάχη μετατράπηκε σύντομα σε σφαγή στην οποία εξοντώθηκαν τα δύο τρίτα των σκλάβων, μεταξύ των οποίων και ο Κρίξος.

Η επιτυχία των Ρωμαίων δεν διήρκεσε πολύ. Θέλοντας να παγιδεύσουν τον κύριο όγκο των εξεγερθέντων, που υπό τον Σπάρτακο βάδιζε προς τη Βόρειο Ιταλία μέσω των Απεννίνων, οι δύο ύπατοι χώρισαν τις δυνάμεις τους, αλλά συνετρίβησαν διαδοχικά. Οι μανιασμένοι επαναστάτες καταδίωξαν ανηλεώς τους ηττημένους Ρωμαίους σκοτώνοντας πολλούς, εκδικούμενοι τον θάνατο του Κρίξου. Ίδια τύχη είχαν και οι Ρωμαίοι αιχμάλωτοι που εκτελέστηκαν αμέσως μετά τη μάχη. Η νικηφόρα πορεία του Σπάρτακου συνεχίστηκε καθώς ο στρατός του εισερχόταν στην εντεύθεν των Άλπεων Γαλατία.

Ο πραίτορας Μάντιος ηττήθηκε με τη σειρά του και ακολούθως ο τακτικός στρατός (10.000 άνδρες) τού διοικητή της περιοχής Γάιου Κάσσιου Λογγίνου (Gaius Cassius Longinus) διαλύθηκε από την ορμή των φυγάδων κοντά στη Mutina (σημερινή Μόντενα). Για άλλη μια φορά Ρωμαίος διοικητής διέφευγε την τελευταία στιγμή από την οργή των σκλάβων, τους οποίους οι περισσότεροι Ρωμαίοι στρατηγοί θεωρούσαν υποτιμητικό να πολεμήσουν αναζητώντας δόξα από νίκες ενάντια σε ελεύθερους λαούς. Οι πρώην σκλάβοι είχαν πλέον φτάσει στον Πάδο ποταμό και σε λίγο θα εξέρχονταν από τα όρια της ρωμαϊκής εξουσίας.

Τότε συνέβη ένα παράδοξο γεγονός. Υπό την πίεση των οπαδών του που είχαν εθιστεί στη λαφυραγωγία, ο Σπάρτακος δεν διέβη τις Άλπεις όπως ήθελε, αλλά επέστρεψε στην Ιταλία. Σύμφωνα με κάποιες θεωρίες, ένας αριθμός αμάχων κυρίως που ακολουθούσε τον στρατό του Σπάρτακου, πέρασαν τις Άλπεις και επέστρεψαν στις πατρίδες τους (χειμώνας 72-71 π.κ.ε.). Πάντως, οι περισσότεροι επέστρεψαν στην Ιταλία. Οι συνεχείς νίκες τούς οδήγησαν στο να υπερεκτιμήσουν τις δυνατότητές τους. Επίσης, υπολόγιζαν να περάσουν στην πλούσια Σικελία, η οποία είχε τεράστιο αριθμό σκλάβων και μετρούσε δύο μεγάλες επαναστάσεις σκλάβων κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Για το σκοπό αυτό ήρθε σε συνεννόηση με Κίλικες πειρατές.

Αντιμέτωπος με τον Κράσσο: Οι εξελίξεις αυτές προκάλεσαν δέος στη Ρώμη. Ο Σπάρτακος κατευθυνόμενος νότια βρισκόταν πολύ κοντά στην Αιώνια Πόλη. Διέλυσε και το σώμα του Κόιντου Άρριου και πλέον η Ρώμη έμοιαζε απροστάτευτη. Αλλά ο ηγέτης των μονομάχων προσπέρασε την πόλη και συνέχισε την πορεία του προς τον νότο. Εν τω μεταξύ, οργισμένη η Σύγκλητος ανακάλεσε τους δύο υπάτους και ανέθεσε την πάταξη της εξέγερσης στον πραίτορα και έμπειρο στρατηγό Μάρκο Λικίνιο Κράσσο (Marcus Licinius Crassus) στον οποίο παραχώρησε αυξημένες εξουσίες. Παράλληλα ανακάλεσε εσπευσμένα τους Πομπήιο (Gnaeus ή Cnaeus Pompeius Magnus) και Λούκουλο από τις εκστρατείες τους στην Ισπανία και στη Μικρά Ασία αντίστοιχα.

Με νέες δυνάμεις (40.000 άνδρες) ο Κράσσος έσπευσε προς την Καμπανία όπου υπολόγιζε ότι θα κατευθυνόταν και ο Σπάρτακος για να διεκπεραιωθεί στη Σικελία. Μήνυσε στον Μόμμιο (διοικητή των υπολειμμάτων του υπατικού στρατού που στρατοπέδευε κοντά στην Ανκόνα) να κινηθεί νότια και όταν οι δύο στρατοί ενώθηκαν ανέθεσε στον υπαρχηγό του πλέον Μόμμιο να επιτηρεί τις κινήσεις των αντιπάλων χωρίς, όμως, να δώσει μάχη. Σκόπευε να παγιδεύσει τους επαναστάτες και να τους αναγκάσει να δώσουν μάχη σε ευνοϊκή για τους Ρωμαίους θέση.

Ο Μόμμιος, ωστόσο, παράκουσε τις εντολές που είχε λάβει με συνέπεια να δεχτεί ταπεινωτική ήττα. Ο Κράσσος όμως δεν απογοητεύτηκε. Αποκατέστησε την πειθαρχεία επιβάλλοντας σκληρές ποινές στους επιζώντες λεγεωνάριους του Μόμμιου και επέμεινε στην καταδίωξη του Σπάρτακου, που βρέθηκε εγκλωβισμένος κοντά στο Ρήγιον (αρχές του 71 π.κ.ε.) καθώς οι πειρατές αφού εισέπραξαν τα ναύλα αθέτησαν τη συμφωνία. Εκεί ο Ρωμαίος στρατηγός έβαλε τους στρατιώτες του να σκάψουν μία τάφρο και να κατασκευάσουν ένα τείχος μήκους 53 χιλιομέτρων. Και πάλι οι επαναστάτες υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου κατάφεραν και ξέφυγαν από την παγίδα. Μέσα σε μια νύχτα γέμισαν με πτώματα, χώμα και ξύλα ένα σημείο της τάφρου και από το πέρασμα αυτό διέφυγαν προς το Βρινδήσιο (σημερινό Mπρίντιζι).

Ωστόσο η έλλειψη συνοχής μεταξύ των επαναστατών οδήγησε εκ νέου σε διάσπαση των δυνάμεών τους. Ένα τμήμα περί τις 12.000 άνδρες υπό την ηγεσία δύο Γαλατών (Γάνικος και Κέστος) αποκόπηκε από το κυρίως σώμα και επιδόθηκε σε λεηλασίες, κατά το παράδειγμα του Κρίξου. Ο Κράσσος εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον τους και μολονότι οι πρώην δούλοι πολέμησαν με τη γνωστή γενναιότητα και αυτοθυσία επιφέροντας μεγάλες απώλειες στους διώκτες τους, εξοντώθηκαν σχεδόν μέχρι ενός. Χαρακτηριστικό της σφοδρότητας της σύγκρουσης είναι η μαρτυρία ότι μόνον δύο από τους νεκρούς σκλάβους έφεραν θανατηφόρα τραύματα στην πλάτη

Στην συνέχεια ο Κράσσος προσπάθησε να εμπλέξει και τον κύριο όγκο των εχθρών του. Οι τελευταίοι υπό την καθοδήγηση του Σπάρτακου κατέφυγαν στα βουνά Πετέλια (σημ. Στρόμπολι) καταδιωκόμενοι από τους διοικητές του Κράσσου Σκρόφα (Gnaeus Tremellius Scrofa) και Ρούφο (Quintus Marcius Rufus). Για άλλη μια φορά ο Θράκας μονομάχος απέδειξε την στρατηγική ιδιοφυΐα του. Στράφηκε απότομα εναντίον των διωκτών με το σύνολο των δυνάμεών του. Οι έκπληκτοι Ρωμαίοι διαλύθηκαν και αποσύρθηκαν ντροπιασμένοι στο στρατόπεδό τους.

Τελική μάχη – Θάνατος του Σπάρτακου: Η τελευταία αυτή επιτυχία των δούλων ήταν μοιραία για την τύχη τους, όπως παρατηρεί ο Πλούταρχος. Τυφλωμένοι από τις διαδοχικές επιτυχίες τους, αγνόησαν ακόμα μία φορά τις υποδείξεις του Σπάρτακου και αποφάσισαν να ξαναπροσπαθήσουν να διεκπεραιωθούν στη Σικελία. Στην περιοχή όμως είχε καταφθάσει ο Λούκουλος, ενώ αναμενόταν και ο Πομπήιος. Παγιδευμένος ακόμη μία φορά ο Σπάρτακος προσπάθησε να έρθει σε κάποια συμφωνία με τον Κράσσο.

Οι σύντροφοί του, όμως, αρνούνταν πλέον να αποφεύγουν τη μάχη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο υποχρέωσαν με τα ξίφη τον αρχηγό τους να τους οδηγήσει στη μάχη. Από την άλλη ο Ρωμαίος στρατηγός δεν είχε καμιά διάθεση να διαπραγματευτεί με τους σκλάβους. Ακόμη περισσότερο, επιδίωκε να δώσει την τελική μάχη (και φυσικά να νικήσει) χωρίς τη συμβολή του Λούκουλου και του Πομπήιου, ώστε να καρπωθεί μόνον ο ίδιος την επικείμενη νίκη. Παράλληλα, η Σύγκλητος πίεζε για την όσο το δυνατόν ταχύτερη καταστολή της επανάστασης και κατηγορούσε τον Κράσσο για το ότι ο πόλεμος διαρκούσε ήδη πολύ.

Ο θάνατος του Σπάρτακου σε νεότερη απεικόνιση: Η τελική μάχη έγινε στα Βασιλικάτα της Λουκανίας κοντά στις όχθες του ποταμού Σιλάρου (Νότιος Ιταλία) την άνοιξη του 71 π.κ.ε. Υπήρξε πολύωρη και αιματηρή. Οι επαναστάτες (περί τις 35.000 τον αριθμό) πολέμησαν με απίστευτη γενναιότητα κι αυταπάρνηση αλλά τελικά η συνοχή και η πειθαρχία των ρωμαϊκών στρατευμάτων έγειρε την πλάστιγγα υπέρ τους. Ο Σπάρτακος σκοτώθηκε ενώ προσπαθούσε να βρει τον Κράσσο στο πεδίο της μάχης. Το σώμα του δεν αναγνωρίστηκε ποτέ.

Οι αιχμάλωτοι δούλοι, περίπου 6.000 τον αριθμό, σταυρώθηκαν κατά μήκος της Αππίας Οδού, ενώ εκτιμάται ότι οι νεκροί στο πεδίο της μάχης ήταν πολύ περισσότεροι. Οι σταυροί με τα αποσυντιθέμενα πτώματα «κοσμούσαν» επί χρόνια την Αππία Οδό, προς παραδειγματισμό. Από την καταστροφή κατάφερε να διαφύγει ένα τμήμα 5.000 δούλων περίπου και κατευθύνθηκε βόρεια, αλλά διαλύθηκε από τον Πομπήιο, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει στη Ιταλία. Προς μεγάλη απογοήτευση του Κράσσου, οι Ρωμαίοι επεφύλαξαν για αυτόν μόνον κάποιες επευφημίες ενώ η οριστική πάταξη της εξέγερσης χρεώθηκε στον Πομπήιο ο οποίος είχε επιπλέον το δικαίωμα να τελέσει θρίαμβο για τις επιτυχίες του στην Ισπανία.

Συνέπειες και χαρακτήρας της Επανάστασης του Σπάρτακου: Η επανάσταση του Σπάρτακου θεωρείται η μεγαλύτερη επανάσταση δούλων της ρωμαϊκής Ιστορίας. Αν και εν τέλει πνίγηκε στο αίμα, η έκταση που έλαβε και η αναστάτωση που προκάλεσε στην καρδιά, μάλιστα, της ρωμαϊκής επικράτειας, προβλημάτισε τη ρωμαϊκή άρχουσα τάξη που έλαβε κάποια μέτρα για την αποφυγή παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Πιο συγκεκριμένα περιορίστηκε ο αριθμός των δούλων που προέρχονταν από αιχμαλώτους πολέμου και αυξήθηκε ο αριθμός των δούλων που γεννιόντουσαν από δούλους γονείς. Και αυτό, επειδή οι αιχμάλωτοι πολέμου έχοντας εμπειρία ελεύθερης ζωής ήταν πιο απείθαρχοι και επιρρεπείς σε ανταρσίες και στάσεις. Από την άλλη, αποφεύγονταν οι μεγάλες συγκεντρώσεις σκλάβων στην ύπαιθρο.

Επίσης μια έμμεση συνέπεια ήταν μια σχετική έκτοτε βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των δούλων. Πολλοί από τους αιχμαλώτους πολέμου, που ήταν μορφωμένοι ή κατείχαν αξιώματα στον τόπο καταγωγής τους, αξιοποιούνταν σε ανάλογα πόστα, κάποιες φορές απελευθερώνονταν και γενικά τύγχαναν καλύτερης μεταχείρισης συγκριτικά με τους υπόλοιπους. Βέβαια δεν μειώθηκε ο αριθμός των σκλάβων, απλώς βρέθηκαν κάποιοι τρόποι για μία πιο ακίνδυνη (για τους Ρωμαίους) εκμετάλλευσή τους.

Η εξέγερση και οι στόχοι τού Σπάρτακου έχουν αναλυθεί και ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως από ιστορικούς και διανοούμενους. Πολλοί είδαν στην επανάσταση αυτή μια προσπάθεια ανατροπής του κοινωνικού κατεστημένου και τον Σπάρτακο ως έναν κοινωνικό επαναστάτη, κυρίως λόγω της μεγάλης προσχώρησης Ρωμαίων πολιτών των κατώτερων στρωμάτων στην επανάσταση. Πάντως η πορεία της εξέγερσης και οι ενέργειες του Σπάρτακου δεν φαίνεται να υποδηλώνουν κάτι τέτοιο.

Αρχική επιδίωξη ήταν η έξοδος από την ρωμαϊκή επικράτεια και η επιστροφή των επαναστατών στις πατρίδες τους και αργότερα η διεκπεραίωση στη Σικελία, δηλαδή μακριά από την ρωμαϊκή εξουσία. Ουδέποτε διατυπώθηκαν από τον Σπάρτακο κάποια αιτήματα (οποιασδήποτε φύσης) προς την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη, ούτε πάλι φαίνεται κάποια πρόθεση αλλαγής της δεδομένης κοινωνικής κατάστασης και πολύ περισσότερο κατάργησης της δουλείας, από πλευράς των πρώην σκλάβων. Ως εκ τούτου η κρατούσα άποψη σήμερα αντιμετωπίζει την επανάσταση αυτή ως μια προσπάθεια καταπιεσμένων ατόμων να ανακτήσουν με οποιονδήποτε τρόπο την προσωπική τους ελευθερία.

Η προσωπικότητα του Σπάρτακου – Υστεροφημία: Από το σύνολο σχεδόν των αρχαίων πηγών, ο Σπάρτακος παρουσιάζεται ως ληστής και εγκληματίας, χειρότερος ακόμη και από τον Αννίβα. Εξαίρεση αποτελούν οι Βάρρος (Marcus Terentius Varro) και Πλούταρχος. Ο πρώτος αναφέρει ότι ο Σπάρτακος καταδικάστηκε άδικα να μονομαχεί, ενώ ο δεύτερος σκιαγραφεί μια ιδιαίτερα ευγενική προσωπικότητα για τον Θράκα μονομάχο. Τον χαρακτηρίζει «ελληνικότερο», ανδρείο, πράο, συνετό με υψηλό φρόνημα και περιγράφει πολλά περιστατικά που δικαιολογούν τον ισχυρισμό αυτό.

Βέβαια, η αντιμετώπιση αυτή αποτελούσε στερεότυπο για τον ελληνορωμαϊκό κόσμο, αφού κάθε μη Ρωμαίος ή μη Έλληνας που επιτύγχανε κάτι σπουδαίο, παρουσιαζόταν ως εξυπνότερος από τους υπόλοιπους βαρβάρους. Αν ληφθεί υπόψιν και η αντιπάθεια του Πλουτάρχου προς τον Κράσσο, οι εκτιμήσεις αυτές τίθενται υπό αμφισβήτηση. Στον Αππιανό ο Σπάρτακος έχει την εικόνα του σκληρού και βάναυσου. Εδώ οι αναφορές σε εκτελέσεις αιχμαλώτων είναι πολλές, όπως για παράδειγμα μετά την νίκη του Σπάρτακου επί των υπάτων Γέλλιου Ποπλικόλα και Λέντουλου Κλαυδιανού οπότε θυσιάστηκαν 300 Ρωμαίοι αιχμάλωτοι προς τιμήν του νεκρού Κρίξου.

Επίσης πριν την τελική μάχη εναντίον του Κράσσου, ο Σπάρτακος σταύρωσε έναν αιχμάλωτο ώστε να δουν οι σύντροφοί του τη μοίρα που τους περίμενε σε περίπτωση ήττας.[30] Γενικά για την ρωμαϊκή άρχουσα τάξη η μορφή του Σπάρτακου συνδέθηκε και παρομοιάστηκε με τις χειρότερες συμφορές σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, ώστε το όνομα του Θράκα επαναστάτη να μετατραπεί σε ύβρη. «Σπάρτακο» αποκάλεσε ο Μάρκος Αντώνιος τον νεαρό Οκταβιανό για να στρέψει εναντίον του του μεγαλοϊδιοκτήτες δούλων, ενώ με τον ίδιο χαρακτηρισμό ο Κικέρων καταφερόταν εναντίον των πολιτικών του αντιπάλων.

Πάντως στους αρχαίους συγγραφείς υπάρχουν και αναφορές που έρχονται σε αντίθεση με την γενικά αρνητική εικόνα του ηγέτη των μονομάχων. Ο Αππιανός εξηγεί την αθρόα προσχώρηση ετερόκλητων στοιχείων στις τάξεις των πρώην σκλάβων ως συνέπεια της ισοκατανομής των λαφύρων μεταξύ των επαναστατών. Σύμφωνα με τον Γάιο Κρίσπο Σαλλούστιο, ο Σπάρτακος ήταν αντίθετος προς την κακοποίηση των αιχμαλώτων, καθώς και με κάθε καταστροφή κατοικημένης περιοχής.

Επίσης από τις περιγραφές, φαίνεται ότι ο Σπάρτακος διέθετε αξιοσημείωτη στρατηγική αντίληψη και ευφυΐα. Κατανίκησε επανειλημμένως και με διάφορα τεχνάσματα όσους στρατούς, υπό διάφορους διοικητές, έστειλε εναντίον του η Σύγκλητος. Ακόμη και για τον έμπειρο Κράσσο η πάταξη της επανάστασης δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Καθώς φαίνεται όμως, κυρίως από τις περιγραφές του Πλουτάρχου, δεν ασκούσε ισχυρό έλεγχο επί των συντρόφων του με αποτέλεσμα την τελική ήττα. Αν αληθεύουν οι προαναφερθείσες περιγραφές, τότε η αξία του ως στρατηγού ενδεχομένως να είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι στρατιωτικές και διοικητικές αρετές του αποδίδονται από άλλες πηγές στην υπηρεσία του στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατού.

Η αρνητική εικόνα του Σπάρτακου παρέμεινε απαράλλαχτη καθ’ όλο τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση. Μόνον από τον 18ο αιώνα κι έπειτα άλλαξε αυτή η οπτική. Συγκεκριμένα το 1760 ο Γάλλος Bernard-Joseph Saurin, βασιζόμενος στην ιστορία του Πλουτάρχου παρουσιάζει τον Σπάρτακο στην ομώνυμη τραγωδία του ως ευγενή ήρωα. Το έργο αυτό αποτέλεσε την απαρχή στην αλλαγή της αντιμετώπισης του Σπάρτακου και της επανάστασής του.

Έτσι η μορφή του Σπάρτακου πέρασε στον θρύλο και ενέπνευσε πολλά κινήματα, οργανώσεις και καλλιτέχνες κατά τους νεότερους χρόνους. Ενδεικτικά αναφέρονται οι αριστεροί Σπαρτακιστές της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που δραστηριοποιήθηκαν έντονα κατά τη Γερμανική Επανάσταση του 1918. Γενικά, ο Σπάρτακος έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης από αριστερού πολιτικού προσανατολισμού οργανώσεις, κόμματα, καθεστώτα, λόγιους κλπ. Το όνομα «Σπάρτακος» το ιδιοποιήθηκαν οι Ιλουμινάτοι.

Μια ζωή ταινία: Γνωστή είναι η επική χολλιγουντιανή ταινία Σπάρτακος (1960) του Στάνλεϊ Κιούμπρικ με τον Κερκ Ντάγκλας στην παραγωγή και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ταινία αποτελεί μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου ιστορικού μυθιστορήματος του Αμερικανού συγγραφέα Χάουαρντ Φαστ. Μια εκπληκτική σειρά που συστήνω ανεπιφύλακτα είναι και η Spartacus (TV Series 2010-2012) του Steven S. DeKnight, που ήδη βρίσκεται στην 3η σεζόν και σε μεταφέρει με ρεαλισμό στην επανάσταση του Σπάρτακου και των συντρόφων του.

Η Ιωάννα της Λωραίνης

Η Ιωάννα της Λωραίνης ήταν Γαλλίδα ηρωίδα επικεφαλής των Γαλλικών στρατευμάτων στον Εκατονταετή Πόλεμο κατά των Άγγλων στην Γαλλία.

Η Ιωάννα της Λωραίνης, η γυναίκα που «ντυνόταν με ανδρικά ρούχα»

Η Ζαν ντ ‘Άρκ, γνωστή και ως «Παρθένος της Ορλεάνης», είναι από τις ιστορικές φιγούρες που αναγνωρίστηκαν μετά θάνατον.
Η ζωή γύρισε την πλάτη αμετάκλητα στην εθνική ηρωίδα της Γαλλίας, που οδήγησε τα γαλλικά στρατεύματα σε νίκη κατά των βρετανών κατακτητών στην Ορλεάνη σε ηλικία μόλις 18 ετών, και έπρεπε να καεί ζωντανή στην πυρά για να αναγνωριστεί η συνεισφορά της και το ταυτόχρονο ατόπημα ενός έθνους.

Η γυναίκα που «ντυνόταν με ανδρικά ρούχα» και είχε «κοντοκουρεμένη κόμη», σύμφωνα με το κατηγορητήριο, έμελλε να αντιστρέψει τη μοίρα των Γάλλων κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο, ενώ 500 χρόνια αργότερα, το 1920, θα αγιοποιούταν από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.
Ας δούμε τα έργα και τις ημέρες της αγίας που δεν υπέμεινε με τίποτα τον ζυγό..

Πρώτα χρόνια

Η Ιωάννα της Λωραίνης γεννιέται το 1412 (στις 6 Ιανουαρίου, σύμφωνα με κάποιες πηγές) σε οικογένεια χωρικών και αφοσιωμένων θρήσκων στο μικρό χωριό του Ντομρεμί της Γαλλίας.

Σε ηλικία 12 ετών, η μικρή Γαλλίδα θα νιώσει το θεϊκό κάλεσμα μέσα από αποκαλυπτικό όραμα: ο αρχάγγελος Μιχαήλ, η αγία Αικατερίνη και η αγία Μαργαρίτα θα την καλέσουν να πάρει τα όπλα και να ξεπλύνει την ατίμωση του λαού της από τους Βρετανούς. Ήταν τα χρόνια του Εκατονταετούς Πολέμου Αγγλίας-Γαλλίας, με τις γαλλικές δυνάμεις να γνωρίζουν συντριπτικές ήττες.

Η Ιωάννα χαρακτηριζόταν -ήδη από παιδί- από εξαιρετική ευσέβεια και ευλάβεια, την ώρα που ισχυριζόταν ότι επικοινωνούσε απευθείας με τους αγίους, εγείροντας από νωρίς τη μήνη της καθολικής εκκλησίας, ιδιαίτερα εξαιτίας της δήλωσής της ότι επικοινωνούσε με τον Θεό. Και βέβαια, όπως έμελλε να δείξει η Ιστορία, η Ιωάννα διέθετε αξιοσημείωτο κουράγιο και μεγαλοφυείς στρατηγικές ικανότητες…

Ιστορικό πλαίσιο

Το στέμμα της Γαλλίας κατά τα χρόνια όπου έζησε η Ιωάννα της Λωραίνης ήταν αντικείμενο διαμάχης: από τη μία, ο γάλλος δελφίνος Κάρολος (αργότερα Κάρολος Ζ’) και από την άλλη ο μονάρχης της Βρετανίας Ερρίκος ΣΤ’.

Οι στρατιές του Ερρίκου είχαν ήδη καταλάβει το μεγαλύτερο μέρος του βόρειου τμήματος του γαλλικού βασιλείου, με το κράτος του Καρόλου να συρρικνώνεται διαρκώς, την ώρα που ο ίδιος, πέντε χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα του, δεν είχε στεφθεί ακόμα βασιλιάς της Γαλλίας.

Το χωριό της Ιωάννας, την περίοδο όπου έζησε, κειτόταν στα σύνορα των δύο βασιλείων, με τους κατοίκους να καλούνται να εγκαταλείψουν μαζικά τα σπίτια τους, εξαιτίας των εχθροπραξιών.

Οδηγημένη λοιπόν από τη θεϊκή δύναμη, η Ιωάννα θα εγκαταλείψει τα πατρικά εδάφη τον Μάιο του 1428 για να υπηρετήσει τον γάλλο διάδοχο, υιοθετώντας πλήρως το δίκαιο των αγώνων του. Η τρυφερή της ηλικία ωστόσο -ήταν μόλις 16 ετών- και η συνήθειά της να επικαλείται συνεχώς τους αγίους θα κάνουν τον Κάρολο να την απορρίψει αμέσως, με την ατιμασμένη Ιωάννα να επιστρέφει άπραγη στο σπίτι της.

Απτόητη ωστόσο, θα επέστρεφε και πάλι την επόμενη χρονιά…

Τα γεγονότα της Ορλεάνης

Τον Απρίλιο του 1429, ο Κάρολος, θαμπωμένος από την επιμονή της Ιωάννας, θα της εμπιστευθεί μια μικρή στρατιωτική δύναμη για να ριχτεί στη μάχη. Στο στρατιωτικό της απόσπασμα θα προσχωρήσουν επίσης τα δυο της αδέλφια, Ζαν και Πιερ. Η Ιωάννα ήθελε τη δύναμη του Ιησού στο πλάι της, φιλοτεχνώντας τα λάβαρα της δύναμης όπου ηγείτο με θρησκευτικές σκηνές.

Η στρατηγική της στη μάχη χαρακτηριζόταν από θάρρος, αλλά και αλλαγή πολεμικής πλεύσης: την ώρα που το δόγμα των γάλλων πολεμάρχων ήταν αμυντικό, καθεστώς που εξακολουθούσε να ισχύει καθ’ όλη τη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου, η Ιωάννα διείδε την αναποτελεσματικότητα της ηττοπαθούς αυτής προσέγγισης και βάλθηκε να την αλλάξει, αλλάζοντας ταυτόχρονα και την έκβαση του πολέμου.

Στις 4 Μαΐου, κάτω από τις άμεσες διαταγές της, οι γαλλικές δυνάμεις επιτέθηκαν και κατέλαβαν οχυρό έξω από την Ορλεάνη, που είχε περάσει στα χέρια των Βρετανών, με τον θρίαμβο να επαναλαμβάνεται και την επόμενη μέρα και στο δεύτερο «πεσμένο» οχυρό της πόλης. Η δύναμή της είχε έναν και μόνο έναν σκοπό: να ενισχύσει την άμυνα της Ορλεάνης στην ασφυκτική πολιορκία των Βρετανών.

Ενώπιον του πολεμικού συμβουλίου της πόλης, η Ιωάννα ζήτησε την ολομέτωπη επίθεση των στρατευμάτων, το αμυντικό δόγμα στάθηκε όμως και πάλι στον δρόμο της. Οι πύλες της Ορλεάνης κλειδαμπαρώθηκαν μάλιστα για να την αποτρέψουν από το να επιτεθεί στον εχθρό!

Στις 7 του μήνα ωστόσο, η Ιωάννα και μια χούφτα στρατιωτών και κατοίκων θα ξεσφράγιζαν την πύλη της Ορλεάνης και θα έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση στο κύριο βρετανικό οχυρό, πολιορκώντας το με ό,τι βρήκαν. Κατά τη διάρκεια μάλιστα της πολιορκίας, η Ιωάννα θα τραυματιζόταν στον λαιμό από εχθρικό βέλος, θα επέστρεφε ωστόσο αμέσως στη μάχη, με το ασίγαστο πνεύμα της να δίνει κουράγιο στους άνδρες της, μέχρι την τελική συνθηκολόγηση των Άγγλων.

Η Ορλεάνη, μια από τις λίγες πόλεις που ήταν ακόμα πιστές στον Κάρολο, είχε σωθεί…

Η στέψη του Καρόλου

Η νίκη στην Ορλεάνη γέμισε ελπίδα τον γαλλικό στρατό, την ίδια στιγμή που άλλαξε το δόγμα των αρχηγών του: υιοθετήθηκε μια πιο επιθετική στρατηγική, την ώρα που η Ιωάννα πίεζε πλέον τον Κάρολο να στεφθεί βασιλιάς.

Με την Ιωάννα πλέον στο τιμόνι μιας καλής στρατιωτικής δύναμης, ο γαλλικός στρατός προέλαυνε προς τη Ρεμς για να γίνει η στέψη του διαδόχου. Πολλές πόλεις ανακαταλήφθηκαν κάτω από τις διαταγές της, με το απόσπασμα να καταφτάνει τελικά στη Ρεμς. Στις 17 Ιουλίου ο Κάρολος γινόταν βασιλιάς της Γαλλίας, με την Ιωάννα στο πλευρό του.

Το Παρίσι

Ο απελευθερωτικός πόλεμος του Καρόλου Ζ’ απέδιδε και μια σειρά από εδάφη είχαν περιέλθει και πάλι κάτω από την εξουσία των Γάλλων. Τότε ήταν που η Ιωάννα της Λωραίνης θα έπειθε τον βασιλιά να πολιορκήσει το Παρίσι, που είχε μετατραπεί σε βρετανικό φρούριο, με τη γαλλική επίθεση να αποφασίζεται τελικά και να εκτελείται στις 8 Σεπτεμβρίου.

Η Ιωάννα θα χτυπηθεί στο πόδι από βέλος, θα συνεχίσει ωστόσο απτόητη τη μάχη, με τα γαλλικά στρατεύματα να μετρούν επιτυχία την πρώτη μέρα της εφόδου. Το επόμενο πρωί ωστόσο η Ιωάννα θα λάβει βασιλικό διάταγμα που θα τη διέταζε να αποσυρθεί…

Η δίκη και το τέλος

Για τα κατορθώματα και τα ανδραγαθήματά της, η Ιωάννα της Λωραίνης θα αναγορευτεί ευγενής από τον βασιλιά. Ήταν όμως και στην καρδιά των γάλλων στρατιωτών, που τη θεωρούσαν ικανότατο στρατηγό και θαρραλέο πολεμιστή.

Και ήταν ακριβώς το ατίθασο θάρρος της που θα την έκανε να πιαστεί από βουργουνδικές δυνάμεις -οι οποίες πολεμούσαν στο πλευρό των Βρετανών- τον επόμενο χρόνο: θα αιχμαλωτιστεί σε μια επιχείρηση κοντά στην Κομπιένη και θα παραδοθεί στις βρετανικές Αρχές. Η αρχή του τέλους είχε φτάσει.

Οι Βρετανοί και μέλη του γαλλικού κλήρου αποφάσισαν να τη δικάσουν ως αιρετική και μάγισσα, σε μια δίκη-παρωδία. Οι ταπεινωμένοι Βρετανοί και οι γάλλοι προδότες μισούσαν την Ιωάννα της Λωραίνης για την απρόσμενη τροπή που είχε πάρει ο Εκατονταετής Πόλεμος, εκεί που φαινόταν ότι όλα είχαν τελειώσει. Η σχεδόν θαυματουργή αναβίωση του γαλλικού ηθικού και της εθνικής περηφάνιας που εγκαινίασε έμελλε να την έφερναν αντιμέτωπη με την πυρά.

Η δημόσια δίκη δεν πήγαινε ωστόσο όπως προσδοκούσαν οι διώκτες της: οι σπιρτόζικες απαντήσεις της και η ευλάβειά της κέρδιζαν ολοένα και περισσότερο το κατά τα άλλα εχθρικό ακροατήριο, με τις κατηγορίες για βλασφημία να πέφτουν στο κενό.

Η δίκη θα συνεχιζόταν λοιπόν κεκλεισμένων των θυρών και, όπως ήταν αναμενόμενο, οι δικαστές θα την έβρισκαν ένοχη καταδικάζοντάς τη σε θάνατο στην πυρά. Η Ιωάννα θα υπέμεινε το τελευταίο της μαρτύριο με αξιοπρέπεια, την ώρα που 10.000 κόσμου είχαν συρρεύσει για να απολαύσουν τη δημόσια εκτέλεση. Ο θρύλος το θέλει η καρδιά της να παραμένει ανεπηρέαστη από τις φλόγες.

Κάπου 26 χρόνια αργότερα, οι Άγγλοι θα εγκατέλειπαν τη Ρουέν, με τους Γάλλους να ανοίγουν την υπόθεσή της και να την αθωώνουν επισήμως, αναγνωρίζοντάς της το καθεστώς του μάρτυρα. Το 1920 θα γίνει αγία, παραμένοντας πάντα η προστάτιδα αγία της Γαλλίας. Η Ιωάννα της Λωραίνης κατάφερε εκπληκτικά πράγματα στη σύντομη ζωή της των 19 χρόνων. Ενσάρκωσε ιδανικά τη θρησκευτική ευλάβεια με την ανδρεία και την ταπεινότητα, αφιερώνοντας τον εαυτό της σε έναν σκοπό που θα άλλαζε τον ρου της γαλλικής ιστορίας…

Κληρονομιά

Τα επίσημα μητρώα από τη Μεγάλη Δίκη του 1431 αλλά και από τη διαδικασία της αποκατάστασης του ονόματός της μισό αιώνα αργότερα διατηρούνται μέχρι και σήμερα στα Εθνικά Μητρώα της Γαλλίας, ρίχνοντας άπλετο φως στη σκευωρία αλλά και τα πεπραγμένα του βίου της.

Η βιογραφία κανενός άλλου προσώπου της εποχής δεν περιβάλλεται με τέτοια βεβαιότητα και περιεκτικότητα όσο της Ιωάννας της Λωραίνης, αποδεικνύοντας τη σημαντικότητά της. Η Γαλλία του 16ου αιώνα θα την ονόμαζε «Ζαν ντ’ Άρκ» και θα την έκανε εθνική ηρωίδα. Η αγία πολεμίστρια έμελλε να γίνει συνώνυμο με το πνεύμα ενός λαού, με τα σύμβολά της να μετατρέπονται σε σύμβολα ενός έθνους σε κάθε κατοπινή πολεμική πρόκληση που αντιμετώπισε.

Ακόμα και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο στρατηγός Τσαρλς ντε Γκολ χρησιμοποίησε το σύμβολό της, τον Σταυρό της Λωραίνης, ως σύμβολο της ελεύθερης Γαλλίας…

kalyterotera.gr